«Στέκια» ναρκωτικών σε όλες τις γειτονιές
Τα αστυνομικά μέτρα δεν έλυσαν το πρόβλημα διακίνησης στον δρόμο, οι χρήστες περιφέρονται από περιοχή σε περιοχή
Του Κωστα Oνισενκο
Διαστάσεις κοινωνικής κρίσης λαμβάνει σταδιακά το πρόβλημα των ναρκωτικών καθώς μέχρι σήμερα επιχειρείται η αντιμετώπισή του με αποσπασματικά, κυρίως αστυνομικά, μέτρα. Ο αριθμός των εξαρτημένων χρηστών εκτιμάται στις 10.000 μόνο στην Αττική. Λίγοι από αυτούς καταλήγουν να ενταχθούν σε θεραπευτικές κοινότητες με την ελπίδα να επανενταχθούν στην κοινωνία. Οι περισσότεροι όχι μόνο δεν αποκτούν μια ευκαιρία για αποτοξίνωση, αλλά ούτε για χορήγηση υποκατάστατων. Οι «στεγνές» δομές δυσκολεύονται να αντεπεξέλθουν στις αυξημένες ανάγκες λόγω έλλειψης χρημάτων και, παρά τις ηρωικές προσπάθειες που καταβάλλουν καθημερινά στον δρόμο τα στελέχη τους (π.χ. του ΚΕΘΕΑ), δεν επαρκούν για να αλλάξουν τη συνολική εικόνα, μόνο να «σώσουν μερικές ψυχές».
Παράλληλα, η πολυσυζητημένη «λίστα αναμονής» για τη χορήγηση υποκατάστατων του ΟΚΑΝΑ αριθμεί σταθερά άνω των 5.000 άτομων, που πρακτικά σημαίνει ότι οι χρήστες θα πρέπει να περιμένουν για χρόνια μέχρις ότου αποκτήσουν πρόσβαση στα υποκατάστατα. Πρώην στελέχη του υπ. Υγείας παραδέχονται ανεπίσημα ότι δεν είναι λίγες οι φορές που γονείς τηλεφώνησαν στα πολιτικά τους γραφεία ζητώντας ως «ρουσφέτι» την ένταξη του παιδιού τους σε πρόγραμμα χορήγησης υποκατάστατων. Από την άλλη, αστυνομικοί αναφέρουν στην «Κ» ότι έχουν εντοπίσει περιπτώσεις γονέων που αγόραζαν υποκατάστατα μεθαδόνης από εμπόρους ναρκωτικών στην προσπάθεια να βοηθήσουν τα παιδιά τους.
Επαιτεία
Η εικόνα γνωστή. Οι χρήστες, που έχουν αποκοπεί από οικογένεια και φίλους, καταλήγουν στον δρόμο παρέα με άλλους χρήστες, απόλυτα εξαρτημένοι από τα κυκλώματα διακίνησης. Για να εξασφαλίσουν το ψωμί και τη δόση τους καταφεύγουν στην επαιτεία και στην εγκληματικότητα. Σύμφωνα με τον κ. Τάσο Πανόπουλο, υπεύθυνο σταθμού φροντίδας εξαρτημένων ατόμων του ΟΚΑΝΑ, «οι χρήστες επιλέγουν ως τόπους συγκέντρωσης σημεία όπου μπορούν να παραμένουν ανώνυμοι», όπως τα σοκάκια του Κέντρου ή αντίστοιχα μέρη. Τέτοια «στέκια», εκτός από το Κέντρο, υπάρχουν στον Πειραιά, κοντά στο κέντρο του ΟΚΑΝΑ, και σε περιοχές της Δυτικής Αττικής όπως το Ζεφύρι, όπου χρήστες βρίσκουν καταφύγιο σε βαγόνια του Προαστιακού κ.α. Αλλά και σε παρκάκια και εγκαταλελειμμένα κτίρια σε όλες τις γειτονιές της πρωτεύουσας.
Οπως εξηγεί στέλεχος του Τμήματος Δίωξης Ναρκωτικών της ΓΑΔΑ, τα σημεία συγκέντρωσης χρηστών, πλην εξαιρέσεων, δεν ταυτίζονται με τις «πιάτσες» διακίνησης ναρκωτικών. Τα κυκλώματα αποφεύγουν να χρησιμοποιούν το ίδιο σημείο για τη διακίνηση προκειμένου να αποφύγουν τη σύλληψη. «Σήμερα πλέον τα ραντεβού κλείνονται μέσω κινητών τηλεφώνων όπου ορίζεται ένα σημείο συνάντησης για να γίνει η συναλλαγή. Αυτά τα σημεία μπορεί να είναι κοντά στα στέκια των τοξικομανών αλλά, πλην της Ομόνοιας, δεν είναι ποτέ τα ίδια. Οταν η διακίνηση γίνεται πιο τακτικά στο ίδιο σημείο, κάποιος ειδοποιεί την αστυνομία και το πρόβλημα μεταφέρεται σε άλλη περιοχή» αναφέρει η ίδια πηγή.
Μαζί τους, μεταφέρεται εκεί και η υποβάθμιση. Κάτοικοι και καταστηματάρχες περιοχών όπως του Ψυρρή, που αποτελεί «πέρασμα» και «στέκι» πολλών χρηστών, αναφέρουν πλήθος προβλημάτων. «Η δημόσια χρήση ναρκωτικών αποτελεί πλέον μια καθημερινή εικόνα για εμάς και τα παιδιά μας» αναφέρουν προσθέτοντας ότι οι χρήστες κάνουν τις σωματικές τους ανάγκες στον δρόμο και παρενοχλούν τους περαστικούς ζητώντας τους χρήματα.
Στον Πειραιά
Ανάλογο πρόβλημα και στον Πειραιά όπου, σύμφωνα με τον πρόεδρο του εμπορικού συλλόγου Πειραιά Βασίλη Κορκίδη «πολλοί καταστηματάρχες στη 2ας Μεραρχίας δεν ανοίγουν πλέον τα απογεύματα. Οι χρήστες προκαλούν συχνά ζημιές, ενώ και οι καταναλωτές αποφεύγουν τους δρόμους γύρω από το ΟΚΑΝΑ».
Συχνά είναι και τα περιστατικά κλοπών προϊόντων από καταστήματα ή αντικειμένων, όπως κινητά ή τσάντες, από καφέ και εστιατόρια περιοχών που αντιμετωπίζουν τέτοια προβλήματα. Οι χρήστες ναρκωτικών συλλαμβάνονται καθημερινά για αδικήματα που αφορούν ναρκωτικά ή άλλες παραβατικές συμπεριφορές, ωστόσο, καθώς οι δομές αποκατάστασης μέσα στις φυλακές υπολειτουργούν, όταν αποφυλακίζονται, καταλήγουν ξανά στον δρόμο να διαπράττουν αδικήματα, συχνά σοβαρότερα από τα αρχικά. Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία, το 2009 πάνω από το 50% των έγκλειστων στις ελληνικές φυλακές κρατούνταν για αδικήματα που σχετίζονται με τα ναρκωτικά.
Δε φτάνει αυτό το εξαίσιο αρθρο... Θα πρέπει ο νέος δημαρχος να βάλει όρια στα ντεσιμπέλ... γιατι όλοι οι κάτοικοι έχουμε μεσα στη κρεβατοκάμαρά μας μέχρι τις 5 το πρωί ολόκληρο το πρόγραμμα των μπουζουκοσκυλάδικων....
12/02/2010
Ποιοι έκλεψαν τα εργα του Takis???
«Είμαι σοκαρισμένος», αυτή ήταν η πρώτη δήλωση του διεθνούς φήμης Έλληνα γλύπτη Takis όταν ενημερώθηκε...
από την Ελβετία, όπου βρίσκεται αυτή τη περίοδο, ότι ‘ποντικοί’-κλέφτες εισέβαλαν στο άντρο του στην Αθήνα και έκλεψαν τα έργα του. Πρόκειται για τρεις Σφαίρες, διαμετρου 130 cm- γλυπτά που φιλοξένησε ο εικαστικός καλλιτέχνης από inox και κοσμούσαν τον εξωτερικό χώρο του Κέντρου Έρευνας και Επιστήμης που έχει δημιουργήσει στην περιοχή Γεροβουνό στους πρόποδες της Πάρνηθας.Το εντυπωσιακό είναι οτι καθε εργο ζύγιζε πανω απο 100 κιλα... Ο 84 ετών καλλιτέχνης λυπήθηκε πάρα πολύ για το συμβάν καθώς σε κάθε έργο που δημιουργεί, καταθέτει την ψυχή του.
Ηδη ομως οι αρχες βρίσκονται κοντα στονν "κλεφτη" ο οποίος πληροφορίεσ θελουν να ειναι ....φιλοτεχνος????
από την Ελβετία, όπου βρίσκεται αυτή τη περίοδο, ότι ‘ποντικοί’-κλέφτες εισέβαλαν στο άντρο του στην Αθήνα και έκλεψαν τα έργα του. Πρόκειται για τρεις Σφαίρες, διαμετρου 130 cm- γλυπτά που φιλοξένησε ο εικαστικός καλλιτέχνης από inox και κοσμούσαν τον εξωτερικό χώρο του Κέντρου Έρευνας και Επιστήμης που έχει δημιουργήσει στην περιοχή Γεροβουνό στους πρόποδες της Πάρνηθας.Το εντυπωσιακό είναι οτι καθε εργο ζύγιζε πανω απο 100 κιλα... Ο 84 ετών καλλιτέχνης λυπήθηκε πάρα πολύ για το συμβάν καθώς σε κάθε έργο που δημιουργεί, καταθέτει την ψυχή του.
Ηδη ομως οι αρχες βρίσκονται κοντα στονν "κλεφτη" ο οποίος πληροφορίεσ θελουν να ειναι ....φιλοτεχνος????
Ambitious plans to realize Alexandros Iolas’s vision
Collector’s dream museum may come true
By Alexandra Koroxenidis - Kathimerini English Edition
One of the most fervid wishes of Alexandros Iolas was to bestow his collection of antiquities — a rich and rare compilation from eastern and western civilizations — to the Greek state. It was with the same enthusiasm that he also hoped to donate his estate in Aghia Paraskevi to the local municipality and turn his home, together with its rich collection of contemporary art, into a state-owned museum that would bear his name.
In life, Iolas never saw his wish fulfilled. Ironically, in fact, he was accused at various times of illegal trafficking in antiquities, an accusation which, however, was never substantiated. The Iolas case was veiled in mystery and soon passed over in silence. Whether out of negligence, procrastination or false calculations, the Greek state ended up missing out on what was a rare and inestimable collection. It also relinquished an opportunity to acquire a museum of modern and contemporary art which, because of its owner’s clout and prestige, would have attracted international attention to Greece. Iolas died in bitterness, his collection was looted or dispersed by his heirs across the world and instead of a museum, his now-ravaged house ended up being a sad reminder of past glories.
But his initial wish was never fully forgotten. Even before Iolas’s death, Nikos Stathoulis, an art critic, owner of the Downtown gallery (one of the first “alternative” galleries in Athens) and author of a biography on Iolas, has been fighting to make the Alexandros Iolas museum a reality.
Stathoulis met Iolas in the early 1980s when the latter asked him to write his biography and also commissioned him to write a second book on his life, which, both agreed, would be published at a certain point after Iolas’s death (release of the second book is expected in the near future).
Stathoulis experienced from close-up episodes in the life of this gifted man, his dream of donating a museum to the Greek state, and his consequent disillusionment.
Since then, he has tried to reinstate something of this original wish. Equipped with a clear sense of Iolas’s ideas on art and an understanding of his personality, Stathoulis has been working toward the creation of a lively, dynamic museum that will house a prestigious collection while also carrying Iolas’s legend.
Stathoulis has helped the Greek Ministry of Culture realize the importance of buying the estate from its present owner, Spyros Georgiou, a civil engineer to whom Iolas’s sister sold the property for 500 million drachmas (1.46 million euros) around seven years ago. Once in the state’s possession, the plan is for the estate to be handed over to the Municipality of Aghia Paraskevi for hosting cultural events, which is roughly what Iolas wanted to do with it while he was still alive. (He had also bought four acres on a site located across from his estate and donated them to the municipality for the purpose of a public park, and commissioned large sculptures for the park, which, however, were never placed in situ).
Rather than turn the estate into a local cultural center, however, Stathoulis is opting for a sophisticated, international museum on modern and contemporary art modelled after the vision of Iolas. The museum’s art collection will consist of artists’ donations and works on loan from major foundations and institutions worldwide, such as the Andy Warhol Foundation and the Dominique de Menil Foundation in Texas. Stathoulis has been in constant contact with such foundations and museums internationally as well as with artists that worked with Iolas.
Iolas’s legendary name and the respect it commands have already sensitized people in the arts internationally to help toward realizing the museum. Coupled with Stathoulis’s commitment and sophisticated vision, this is how works of great artistic worth — similar to those by Magritte, Warhol, Matta, Niki de St Phalle, Jean Tinguely, and De Chirico — may become accessible to the Greek public. The museum is also planned as a dynamic, lively institution that will promote the works of young artists. According to Stathoulis, this sense of dynamism comes close to Iolas’s vision.
Almost two decades down the road, the potential for the Alexandros Iolas museum seems brighter than ever. For the past five years the current mayor of Aghia Paraskevi, Antonis Sideris, has been a major supporter of the project.
During the past month, Stathoulis, together with Sideris, have drawn up an honorary committee for the museum: artists Takis and Pavlos, director of the Benaki Museum Angelos Delivorias, and Niki Goulandri, founder of the Museum of Natural History, are among the members that make up this eminent committee. They have responded enthusiastically to the idea and so have people in the arts internationally, such as the director of the National Museum of Modern Art of the Centre Pompidou, Alfred Paquement, and Jack Lang.
The fact that the project has the support of an eminent committee may help resolve the major problems that hinders the museum’s establishment, namely that the property (around seven acres in total and a total of 1,400 square meters for the house alone) has still not been bought by the government. Back in 1998 and mainly through Stathoulis’s concerted efforts, Iolas’s home was declared a listed building. Shortly thereafter, the land was deemed suitable of expropriation. Moreover, plans were made for including the museum project in the Cultural Olympiad budget, but they never came through.
In 2003, a purchase price of 9 million euros was decided for the property. The government guaranteed 4 million euros out of the total price, with the remaining 5 million still pending before the property becomes state-owned. Luckily, things look positive and there are good signs that the government will actually come through with the payment.
When that happens and the property becomes state-owned, Stathoulis and his team will start working on making a dynamic, international museum. It will be a tribute to Alexandros Iolas and, potentially, a substantial contribution to Greek cultural life.
Collector’s dream museum may come true
By Alexandra Koroxenidis - Kathimerini English Edition
One of the most fervid wishes of Alexandros Iolas was to bestow his collection of antiquities — a rich and rare compilation from eastern and western civilizations — to the Greek state. It was with the same enthusiasm that he also hoped to donate his estate in Aghia Paraskevi to the local municipality and turn his home, together with its rich collection of contemporary art, into a state-owned museum that would bear his name.
In life, Iolas never saw his wish fulfilled. Ironically, in fact, he was accused at various times of illegal trafficking in antiquities, an accusation which, however, was never substantiated. The Iolas case was veiled in mystery and soon passed over in silence. Whether out of negligence, procrastination or false calculations, the Greek state ended up missing out on what was a rare and inestimable collection. It also relinquished an opportunity to acquire a museum of modern and contemporary art which, because of its owner’s clout and prestige, would have attracted international attention to Greece. Iolas died in bitterness, his collection was looted or dispersed by his heirs across the world and instead of a museum, his now-ravaged house ended up being a sad reminder of past glories.
But his initial wish was never fully forgotten. Even before Iolas’s death, Nikos Stathoulis, an art critic, owner of the Downtown gallery (one of the first “alternative” galleries in Athens) and author of a biography on Iolas, has been fighting to make the Alexandros Iolas museum a reality.
Stathoulis met Iolas in the early 1980s when the latter asked him to write his biography and also commissioned him to write a second book on his life, which, both agreed, would be published at a certain point after Iolas’s death (release of the second book is expected in the near future).
Stathoulis experienced from close-up episodes in the life of this gifted man, his dream of donating a museum to the Greek state, and his consequent disillusionment.
Since then, he has tried to reinstate something of this original wish. Equipped with a clear sense of Iolas’s ideas on art and an understanding of his personality, Stathoulis has been working toward the creation of a lively, dynamic museum that will house a prestigious collection while also carrying Iolas’s legend.
Stathoulis has helped the Greek Ministry of Culture realize the importance of buying the estate from its present owner, Spyros Georgiou, a civil engineer to whom Iolas’s sister sold the property for 500 million drachmas (1.46 million euros) around seven years ago. Once in the state’s possession, the plan is for the estate to be handed over to the Municipality of Aghia Paraskevi for hosting cultural events, which is roughly what Iolas wanted to do with it while he was still alive. (He had also bought four acres on a site located across from his estate and donated them to the municipality for the purpose of a public park, and commissioned large sculptures for the park, which, however, were never placed in situ).
Rather than turn the estate into a local cultural center, however, Stathoulis is opting for a sophisticated, international museum on modern and contemporary art modelled after the vision of Iolas. The museum’s art collection will consist of artists’ donations and works on loan from major foundations and institutions worldwide, such as the Andy Warhol Foundation and the Dominique de Menil Foundation in Texas. Stathoulis has been in constant contact with such foundations and museums internationally as well as with artists that worked with Iolas.
Iolas’s legendary name and the respect it commands have already sensitized people in the arts internationally to help toward realizing the museum. Coupled with Stathoulis’s commitment and sophisticated vision, this is how works of great artistic worth — similar to those by Magritte, Warhol, Matta, Niki de St Phalle, Jean Tinguely, and De Chirico — may become accessible to the Greek public. The museum is also planned as a dynamic, lively institution that will promote the works of young artists. According to Stathoulis, this sense of dynamism comes close to Iolas’s vision.
Almost two decades down the road, the potential for the Alexandros Iolas museum seems brighter than ever. For the past five years the current mayor of Aghia Paraskevi, Antonis Sideris, has been a major supporter of the project.
During the past month, Stathoulis, together with Sideris, have drawn up an honorary committee for the museum: artists Takis and Pavlos, director of the Benaki Museum Angelos Delivorias, and Niki Goulandri, founder of the Museum of Natural History, are among the members that make up this eminent committee. They have responded enthusiastically to the idea and so have people in the arts internationally, such as the director of the National Museum of Modern Art of the Centre Pompidou, Alfred Paquement, and Jack Lang.
The fact that the project has the support of an eminent committee may help resolve the major problems that hinders the museum’s establishment, namely that the property (around seven acres in total and a total of 1,400 square meters for the house alone) has still not been bought by the government. Back in 1998 and mainly through Stathoulis’s concerted efforts, Iolas’s home was declared a listed building. Shortly thereafter, the land was deemed suitable of expropriation. Moreover, plans were made for including the museum project in the Cultural Olympiad budget, but they never came through.
In 2003, a purchase price of 9 million euros was decided for the property. The government guaranteed 4 million euros out of the total price, with the remaining 5 million still pending before the property becomes state-owned. Luckily, things look positive and there are good signs that the government will actually come through with the payment.
When that happens and the property becomes state-owned, Stathoulis and his team will start working on making a dynamic, international museum. It will be a tribute to Alexandros Iolas and, potentially, a substantial contribution to Greek cultural life.
Αλέξης Ακριθάκης
Το «Βar» του Ακριθάκη
Η Φώφη Ακριθάκη θυμάται τη διαδρομή της με τον καλλιτέχνη, το εστιατόριο «Fofi΄s» στη γερμανική πόλη, την ελληνική παροικία, τον Ιόλα, αλλά κυρίως τη μυθιστορηματική ζωή του έλληνα δημιουργού, με αφορμή την έκθεση της ιστορικής εγκατάστασης του «Βar»
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 28 Νοεμβρίου 20
Η Φώφη Ακριθάκη με τον Αλέξη στο Βερολίνο
Η Φώφη Ακριθάκη θυμάται αρκετά καλά τη βραδιά κατά τη διάρκεια της οποίας το μνημειακό έργο του Αλέξη Ακριθάκη «Βar» παρουσιάστηκε στην γκαλερί Βernier το 1981. Η αίθουσα τέχνης που βρισκόταν τότε στην οδό Μαρασλή ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Φίλοι του Αλέξη Ακριθάκη, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, γκαλερίστες, όλη η γνωστή Αθήνα της εποχής ήταν εκεί για να δει αλλά και να... πιει, αφού η εγκατάσταση λειτουργούσε κανονικά ως μπαρ. Στις αναμνήσεις της η Φώφη Ακριθάκη κρατάει αυτό το χαρούμενο βουητό που σημάδεψε την πρώτη και τελευταία- ως σήμερα- παρουσίαση του ιστορικού έργου του Ακριθάκη στην πόλη του. Εκτοτε το Βar αγοράστηκε από την Αμερικανίδα εκ Βοστώνης Κάρεν Μπερνιέ και αναχώρησε από την Ελλάδα. Επρεπε να περάσουν είκοσι εννέα χρόνια για να επιστρέψει στην Αθήνα. Με την παρουσίασή του το έργο που βρίσκεται στην κόψη μεταξύ ζωής και τέχνης αντανακλά- και πάλι στην Αθήνα- την καλλιτεχνική προσωπικότητα ενός ανθρώπου που είχε πει ότι «τέχνη είναι ο βαθύς πόνος, ο βαθύς έρωτας».
Είναι, άραγε, πιθανόν το Βar να άντλησε έμπνευση από τα χρόνια που ο Αλέξης και η Φώφη Ακριθάκη έζησαν μαζί στο Βερολίνο, τότε που το εστιατόριο «Fofi΄s» της συζύγου του καλλιτέχνη υπήρξε πόλος έλξης και συνάντηση του καλλιτεχνικού κόσμου της γερμανικής πρωτεύουσας; «Νομίζω πως ναι» τονίζει η Φώφη Ακριθάκη. «Ο Αλέξης ήταν κομμάτι της “ζωής” του εστιατορίου που άνοιξε το 1975. Ο ίδιος δημιούργησε το μπαρ “Fofi΄s”, έφτιαξε πρωτότυπα φωτιστικά, επιμελήθηκε τους φωτισμούς και έβαψε τους τοίχους σε χιλιάδες γκρίζους και γκριζοπράσινους τόνους. Είχε ενεργή συμμετοχή στη λειτουργία του. Και νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο το ότι μερικά από τα πιο δημιουργικά και παραγωγικά χρόνια του ήταν εκείνα του Βερολίνου από το 1969 ως την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα το 1984».
Εχοντας κάνει δύο αποτυχημένους γάμους σε χρόνο-ρεκόρ, ο γόνος της γνωστής αθηναϊκής οικογένειας, με την εκκεντρική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και την ιδιοφυή εικαστική γραφίδα, θα παντρευτεί το 1968 τη Φωτεινή (Φώφη) Κουτσελίνη, σε έναν γάμο που έμοιαζε περισσότερο με χάπενινγκ, δίνοντας σε όλους την ευκαιρία να ξεδώσουν από το βαρύ κλίμα της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών τού δίνει τη μοναδική ευκαιρία να αναχωρήσει για το Βερολίνο και να ζήσει τις εξελίξεις των κινημάτων της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης- χωρίς να απαρνηθεί τις ρίζες του. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Φώφη Ακριθάκη, έγκυος στην κόρη τους Χλόη, τον ακολουθεί. «Ηταν αυτονόητο ότι θα πηγαίναμε μαζί» αναφέρει. Τα χρόνια, όμως, ήταν δύσκολα, με οικονομικές αντιξοότητες και για τους δύο. «Δεν ξέραμε γερμανικά και είχαμε ανάγκη από λεφτά». Η Φώφη Ακριθάκη, έτσι, αρχίζει να σερβίρει σε μπαρ του Βερολίνου για να εξοικονομηθούν χρήματα ώσπου ανακαλύπτει ότι... «είχα ταλέντο», όπως λέει με το χαρακτηριστικό βραχνό γέλιο της. Ετσι το 1972 αποφασίζει να ανοίξει το δικό της μπαρ σε μια πόλη που γινόταν όλο και λιγότερο άγνωστη.
Η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του Βερολίνου επιδρά διεγερτικά και του προσφέρει το είδος της ζωής που αποζητεί. Στο Βερολίνο γνωρίζει και τον Αλέξανδρο Ιόλα, ο οποίος τον βοηθάει να δημιουργήσει διεθνή καριέρα. Γνωρίζει πολλούς καλλιτέχνες, συγγραφείς και ανθρώπους του θεάτρου. Γνωρίζει όμως και τα ναρκωτικά. Εν τω μεταξύ, η Φώφη Ακριθάκη αποφασίζει να επενδύσει στο δικό της ταλέντο και να ανοιχτεί περισσότερο. Ανοίγει το «Fofi΄s» στη Fasanenstrasse, όπου μέσα σε 20 χρόνια λειτουργίας θα παρελάσουν μερικές από τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής μας: από τον Αντι Γουόρχολ ως τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ και από τον Μπράιαν Ντε Πάλμα ως τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Αλέξης Ακριθάκης ζυμώνεται με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Οι επιτυχημένες του εκθέσεις και η ενθουσιώδης ανταπόκριση στη δουλειά του από τους κριτικούς τον πείθουν να μείνει στο Βερολίνο. «Πήγαμε διστακτικά και στην πορεία “κολλήσαμε” και δεν θέλαμε να φύγουμε» επισημαίνει η Φώφη Ακριθάκη. Ηταν και η χούντα στην Ελλάδα. Πού να γυρίσουμε...».
Η ΖΩΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ
[Το έργο «Βar», όπως θα παρουσιαστεί στην Αθήνα. Ο Αλέξης Ακριθάκης μπροστά στο «Βar» το 1981 ]
Το έργο «Βar», όπως θα παρουσιαστεί στην Αθήνα. Ο Αλέξης Ακριθάκης μπροστά στο «Βar» το 1981
Η ΖΩΗμε τον Αλέξη Ακριθάκη δεν είχε βαρετή στιγμή.Και ήταν γεμάτη εκπλήξεις.«Ηταν ένας άνθρωπος που κοιμόταν πάρα πολύ λίγο. Μπορούσε να γυρίσει στις 6 το πρωί και στις 9 (το πρωί) να είναι στο πόδι.Σηκωνόταν,έπινε καφέδες,έβγαινε,γύριζε,έβλεπε (ήταν ένας άνθρωπος που παρατηρούσε,έπαιρνε πολλές εικόνες,κάτι που μου έμαθε και εμένα να αναγνωρίζω), δούλευε, ξανάβγαινε, έπινε, γελούσε.Ταξιδεύαμε πάρα πολύ μαζί.Ξαφνικά, σου έλεγε στις 2 η ώρα το βράδυ “πακετάρισε, φεύγουμε”» τονίζει η Φώφη Ακριθάκη.
Παρ΄ ότι οι προσωπικές διαδρομές του Αλέξη και της Φώφης χωρίζουν (το 1984,έπειτα από ένα διαρκές πηγαινέλα,ο καλλιτέχνης επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα),ο δεσμός τους δεν θα λυθεί ποτέ.«Τηλεφωνιόμασταν σχεδόν καθημερινά,εγώ κατέβαινα κάτω και τον έβλεπα συχνά,αλλά εκείνος έκανε τη δική του ζωή και εγώ τη δική μου, χωρίς ωστόσο να έχουμε χωρίσει ουσιαστικά. Διαζύγιο δεν πήραμε ποτέ». Αξεδιάλυτος συνδετικός κρίκος η κόρη τους Χλόη,η οποία επιδρά ουσιαστικά στην καλλιτεχνική έκφραση του πατέρα της.Εχει σημειώσει ο Ακριθάκης: «Τέχνη είμαι εγώ,ο καλλιτέχνης.Τέχνη είμαι εγώ με το παιδί μου.Τέχνη είναι αυτό που ζω σήμερα».
Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ο Αλέξης Ακριθάκης τα πέρασε σχεδόν στην απομόνωση.Αν και είχε σταματήσει να χρησιμοποιεί τα ναρκωτικά για δέκα χρόνια,η κατανάλωση του αλκοόλ είχε διπλασιαστεί. Ετσι άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία.Δεν σταμάτησε όμως να ζωγραφίζει. «Δούλευε παντού» αναφέρει η Φώφη Ακριθάκη.«Από τους αγαπημένους του τόπους, ένα ξυλουργείο στα Βασιλικά Ευβοίας όπου περνούσε αμέτρητες ώρες, δημιουργώντας». Με ψυχολογικά προβλήματα και εξάρτηση από το αλκοόλ,ο Αλέξης Ακριθάκης θα βγει τελευταία φορά από το Δαφνί όπου νοσηλεύεται για αποτοξίνωση με έναν μικρό θησαυρό στις αποσκευές του: ένα μπλοκ γεμάτο με τις τραγικές φιγούρες των τροφίμων του ψυχιατρείου.Στις 19 Σεπτεμβρίου 1994 φεύγει από τη ζωή,αφήνοντας πίσω του ένα έργο που τον κατατάσσει αδιαμφισβήτητα στους σημαντικότερους εκπροσώπους του μοντερνισμού.«Ο καλλιτέχνης πάντα ζωγραφίζει τον εαυτό του» είχε πει κάποτε ο Πικάσο.Πώς θα μπορούσαμε να αγνοούσαμε τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου του Ακριθάκη;
ΠΟΤΕ & ΠΟΥ
[Σχέδιο του Ακριθάκη για την πινακίδα του εστιατορίου «Fofi΄s» στη Φαζaνενστράσε του Βερολίνου ]
Σχέδιο του Ακριθάκη για την πινακίδα του εστιατορίου «Fofi΄s» στη Φαζaνενστράσε του Βερολίνου
Το «Βar» του Αλέξη Ακριθάκη θα εκτίθεται στην γκαλερί Καλφαγιάν από 2 Δεκεμβρίου 2010 ως 29 Ι
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artId=370151&dt=28/11/2010#ixzz16x6qwq2N
Το «Βar» του Ακριθάκη
Η Φώφη Ακριθάκη θυμάται τη διαδρομή της με τον καλλιτέχνη, το εστιατόριο «Fofi΄s» στη γερμανική πόλη, την ελληνική παροικία, τον Ιόλα, αλλά κυρίως τη μυθιστορηματική ζωή του έλληνα δημιουργού, με αφορμή την έκθεση της ιστορικής εγκατάστασης του «Βar»
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΛΥΜΠΕΡΟΠΟΥΛΟΥ | Κυριακή 28 Νοεμβρίου 20
Η Φώφη Ακριθάκη με τον Αλέξη στο Βερολίνο
Η Φώφη Ακριθάκη θυμάται αρκετά καλά τη βραδιά κατά τη διάρκεια της οποίας το μνημειακό έργο του Αλέξη Ακριθάκη «Βar» παρουσιάστηκε στην γκαλερί Βernier το 1981. Η αίθουσα τέχνης που βρισκόταν τότε στην οδό Μαρασλή ήταν ασφυκτικά γεμάτη. Φίλοι του Αλέξη Ακριθάκη, καλλιτέχνες, δημοσιογράφοι, γκαλερίστες, όλη η γνωστή Αθήνα της εποχής ήταν εκεί για να δει αλλά και να... πιει, αφού η εγκατάσταση λειτουργούσε κανονικά ως μπαρ. Στις αναμνήσεις της η Φώφη Ακριθάκη κρατάει αυτό το χαρούμενο βουητό που σημάδεψε την πρώτη και τελευταία- ως σήμερα- παρουσίαση του ιστορικού έργου του Ακριθάκη στην πόλη του. Εκτοτε το Βar αγοράστηκε από την Αμερικανίδα εκ Βοστώνης Κάρεν Μπερνιέ και αναχώρησε από την Ελλάδα. Επρεπε να περάσουν είκοσι εννέα χρόνια για να επιστρέψει στην Αθήνα. Με την παρουσίασή του το έργο που βρίσκεται στην κόψη μεταξύ ζωής και τέχνης αντανακλά- και πάλι στην Αθήνα- την καλλιτεχνική προσωπικότητα ενός ανθρώπου που είχε πει ότι «τέχνη είναι ο βαθύς πόνος, ο βαθύς έρωτας».
Είναι, άραγε, πιθανόν το Βar να άντλησε έμπνευση από τα χρόνια που ο Αλέξης και η Φώφη Ακριθάκη έζησαν μαζί στο Βερολίνο, τότε που το εστιατόριο «Fofi΄s» της συζύγου του καλλιτέχνη υπήρξε πόλος έλξης και συνάντηση του καλλιτεχνικού κόσμου της γερμανικής πρωτεύουσας; «Νομίζω πως ναι» τονίζει η Φώφη Ακριθάκη. «Ο Αλέξης ήταν κομμάτι της “ζωής” του εστιατορίου που άνοιξε το 1975. Ο ίδιος δημιούργησε το μπαρ “Fofi΄s”, έφτιαξε πρωτότυπα φωτιστικά, επιμελήθηκε τους φωτισμούς και έβαψε τους τοίχους σε χιλιάδες γκρίζους και γκριζοπράσινους τόνους. Είχε ενεργή συμμετοχή στη λειτουργία του. Και νομίζω ότι δεν είναι τυχαίο το ότι μερικά από τα πιο δημιουργικά και παραγωγικά χρόνια του ήταν εκείνα του Βερολίνου από το 1969 ως την οριστική επιστροφή του στην Αθήνα το 1984».
Εχοντας κάνει δύο αποτυχημένους γάμους σε χρόνο-ρεκόρ, ο γόνος της γνωστής αθηναϊκής οικογένειας, με την εκκεντρική, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά και την ιδιοφυή εικαστική γραφίδα, θα παντρευτεί το 1968 τη Φωτεινή (Φώφη) Κουτσελίνη, σε έναν γάμο που έμοιαζε περισσότερο με χάπενινγκ, δίνοντας σε όλους την ευκαιρία να ξεδώσουν από το βαρύ κλίμα της δικτατορίας των συνταγματαρχών. Η υποτροφία της Γερμανικής Υπηρεσίας Ακαδημαϊκών Ανταλλαγών τού δίνει τη μοναδική ευκαιρία να αναχωρήσει για το Βερολίνο και να ζήσει τις εξελίξεις των κινημάτων της σύγχρονης ευρωπαϊκής τέχνης- χωρίς να απαρνηθεί τις ρίζες του. Χωρίς δεύτερη σκέψη η Φώφη Ακριθάκη, έγκυος στην κόρη τους Χλόη, τον ακολουθεί. «Ηταν αυτονόητο ότι θα πηγαίναμε μαζί» αναφέρει. Τα χρόνια, όμως, ήταν δύσκολα, με οικονομικές αντιξοότητες και για τους δύο. «Δεν ξέραμε γερμανικά και είχαμε ανάγκη από λεφτά». Η Φώφη Ακριθάκη, έτσι, αρχίζει να σερβίρει σε μπαρ του Βερολίνου για να εξοικονομηθούν χρήματα ώσπου ανακαλύπτει ότι... «είχα ταλέντο», όπως λέει με το χαρακτηριστικό βραχνό γέλιο της. Ετσι το 1972 αποφασίζει να ανοίξει το δικό της μπαρ σε μια πόλη που γινόταν όλο και λιγότερο άγνωστη.
Η κοσμοπολίτικη ατμόσφαιρα του Βερολίνου επιδρά διεγερτικά και του προσφέρει το είδος της ζωής που αποζητεί. Στο Βερολίνο γνωρίζει και τον Αλέξανδρο Ιόλα, ο οποίος τον βοηθάει να δημιουργήσει διεθνή καριέρα. Γνωρίζει πολλούς καλλιτέχνες, συγγραφείς και ανθρώπους του θεάτρου. Γνωρίζει όμως και τα ναρκωτικά. Εν τω μεταξύ, η Φώφη Ακριθάκη αποφασίζει να επενδύσει στο δικό της ταλέντο και να ανοιχτεί περισσότερο. Ανοίγει το «Fofi΄s» στη Fasanenstrasse, όπου μέσα σε 20 χρόνια λειτουργίας θα παρελάσουν μερικές από τις διασημότερες προσωπικότητες της εποχής μας: από τον Αντι Γουόρχολ ως τον Ρίτσαρντ Χόλμπρουκ και από τον Μπράιαν Ντε Πάλμα ως τον Ρόμπερτ Ντε Νίρο.
Σε ένα τέτοιο περιβάλλον ο Αλέξης Ακριθάκης ζυμώνεται με τα καλλιτεχνικά ρεύματα της εποχής. Οι επιτυχημένες του εκθέσεις και η ενθουσιώδης ανταπόκριση στη δουλειά του από τους κριτικούς τον πείθουν να μείνει στο Βερολίνο. «Πήγαμε διστακτικά και στην πορεία “κολλήσαμε” και δεν θέλαμε να φύγουμε» επισημαίνει η Φώφη Ακριθάκη. Ηταν και η χούντα στην Ελλάδα. Πού να γυρίσουμε...».
Η ΖΩΗ ΜΕ ΤΟΝ ΑΛΕΞΗ
[Το έργο «Βar», όπως θα παρουσιαστεί στην Αθήνα. Ο Αλέξης Ακριθάκης μπροστά στο «Βar» το 1981 ]
Το έργο «Βar», όπως θα παρουσιαστεί στην Αθήνα. Ο Αλέξης Ακριθάκης μπροστά στο «Βar» το 1981
Η ΖΩΗμε τον Αλέξη Ακριθάκη δεν είχε βαρετή στιγμή.Και ήταν γεμάτη εκπλήξεις.«Ηταν ένας άνθρωπος που κοιμόταν πάρα πολύ λίγο. Μπορούσε να γυρίσει στις 6 το πρωί και στις 9 (το πρωί) να είναι στο πόδι.Σηκωνόταν,έπινε καφέδες,έβγαινε,γύριζε,έβλεπε (ήταν ένας άνθρωπος που παρατηρούσε,έπαιρνε πολλές εικόνες,κάτι που μου έμαθε και εμένα να αναγνωρίζω), δούλευε, ξανάβγαινε, έπινε, γελούσε.Ταξιδεύαμε πάρα πολύ μαζί.Ξαφνικά, σου έλεγε στις 2 η ώρα το βράδυ “πακετάρισε, φεύγουμε”» τονίζει η Φώφη Ακριθάκη.
Παρ΄ ότι οι προσωπικές διαδρομές του Αλέξη και της Φώφης χωρίζουν (το 1984,έπειτα από ένα διαρκές πηγαινέλα,ο καλλιτέχνης επιστρέφει οριστικά στην Ελλάδα),ο δεσμός τους δεν θα λυθεί ποτέ.«Τηλεφωνιόμασταν σχεδόν καθημερινά,εγώ κατέβαινα κάτω και τον έβλεπα συχνά,αλλά εκείνος έκανε τη δική του ζωή και εγώ τη δική μου, χωρίς ωστόσο να έχουμε χωρίσει ουσιαστικά. Διαζύγιο δεν πήραμε ποτέ». Αξεδιάλυτος συνδετικός κρίκος η κόρη τους Χλόη,η οποία επιδρά ουσιαστικά στην καλλιτεχνική έκφραση του πατέρα της.Εχει σημειώσει ο Ακριθάκης: «Τέχνη είμαι εγώ,ο καλλιτέχνης.Τέχνη είμαι εγώ με το παιδί μου.Τέχνη είναι αυτό που ζω σήμερα».
Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ο Αλέξης Ακριθάκης τα πέρασε σχεδόν στην απομόνωση.Αν και είχε σταματήσει να χρησιμοποιεί τα ναρκωτικά για δέκα χρόνια,η κατανάλωση του αλκοόλ είχε διπλασιαστεί. Ετσι άρχισε να μπαινοβγαίνει στα νοσοκομεία.Δεν σταμάτησε όμως να ζωγραφίζει. «Δούλευε παντού» αναφέρει η Φώφη Ακριθάκη.«Από τους αγαπημένους του τόπους, ένα ξυλουργείο στα Βασιλικά Ευβοίας όπου περνούσε αμέτρητες ώρες, δημιουργώντας». Με ψυχολογικά προβλήματα και εξάρτηση από το αλκοόλ,ο Αλέξης Ακριθάκης θα βγει τελευταία φορά από το Δαφνί όπου νοσηλεύεται για αποτοξίνωση με έναν μικρό θησαυρό στις αποσκευές του: ένα μπλοκ γεμάτο με τις τραγικές φιγούρες των τροφίμων του ψυχιατρείου.Στις 19 Σεπτεμβρίου 1994 φεύγει από τη ζωή,αφήνοντας πίσω του ένα έργο που τον κατατάσσει αδιαμφισβήτητα στους σημαντικότερους εκπροσώπους του μοντερνισμού.«Ο καλλιτέχνης πάντα ζωγραφίζει τον εαυτό του» είχε πει κάποτε ο Πικάσο.Πώς θα μπορούσαμε να αγνοούσαμε τον αυτοβιογραφικό χαρακτήρα του έργου του Ακριθάκη;
ΠΟΤΕ & ΠΟΥ
[Σχέδιο του Ακριθάκη για την πινακίδα του εστιατορίου «Fofi΄s» στη Φαζaνενστράσε του Βερολίνου ]
Σχέδιο του Ακριθάκη για την πινακίδα του εστιατορίου «Fofi΄s» στη Φαζaνενστράσε του Βερολίνου
Το «Βar» του Αλέξη Ακριθάκη θα εκτίθεται στην γκαλερί Καλφαγιάν από 2 Δεκεμβρίου 2010 ως 29 Ι
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artId=370151&dt=28/11/2010#ixzz16x6qwq2N
11/21/2010
Ησυχία, δουλεύει ο μπαρμπα-Γιώργης...
Το Σπίτι - Μουσείο Μπουζιάνη, που εγκαινιάστηκε πρόσφατα, διηγείται τη μυθιστορηματική ζωή ενός σπουδαίου Ελληνα καλλιτέχνη
Της Γιουλης Eπτακοιλη
Ανεβαίνοντας την οδό Μπουζιάνη, πρώην Σουλίου, στη Δάφνη, Κατσιπόδι για τους παλιούς, φαντάζεσαι ότι θα δεις τον μπαρμπα-Γιώργη να καπνίζει στο κατώφλι του σπιτιού του. Υπάρχουν ακόμη δυο–τρεις άνθρωποι στη γειτονιά που τον θυμούνται να βγαίνει από το σπιτάκι του, με ένα τσιγάρο στο στόμα, και να κατηφορίζει το δρόμο προς τη μονίμως μποτιλιαρισμένη σήμερα Βουλιαγμένης. Μια κυρία θυμάται τον πατέρα της να τη μαλώνει: «Κάνε ησυχία, δουλεύει ο μπαρμπα-Γιώργης».
Η γειτονιά του Γιώργου Μπουζιάνη έχει αλλάξει πολύ, αλλά ευτυχώς, δεν έχει χάσει την ανθρώπινη κλίμακα. Ούτε το «Σπίτι - Μουσείο Μπουζιάνη», που εγκαινιάστηκε πρόσφατα, έπειτα από επίμονη δουλειά της δημαρχιακής αρχής της Δάφνης, θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτό το μέτρο. Γι’ αυτό και δίπλα στο σύγχρονο κτίριο του μουσείου, υπάρχει το σπίτι του ζωγράφου –μόνο μια αυλή τα χωρίζει, με μια λεμονιά και ένα κουμ κουάτ στη μέση–, μέρος κι αυτό του μουσείου. Το σπίτι διηγείται τη μυθιστορηματική ζωή ενός σπουδαίου Ελληνα καλλιτέχνη, ο οποίος διέθετε αυτό που είπε κάποτε ο Μποντλέρ για τον Ντελακρουά: «Είναι όπως όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι, ένα θαυμαστό μείγμα ικανότητας, που δείχνει τον τέλειο ζωγράφο, και αφέλειας, που δείχνει τον τέλειο άνθρωπο».
Σχολή του Μονάχου
Γιος οικονομικά εύρωστου εμπόρου κρασιών, ο Γιώργος Μπουζιάνης (1885–1959) είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στη Γερμανία σε μια εποχή μεγάλων και βίαιων αλλαγών. Επηρεάστηκε από τους εξπρεσιονιστές, από τον Εγκον Σίλε, τον Αουγκουστ Μάκε, τη Σχολή του Μονάχου. Μέσα από διάφορα ταξίδια στην Ευρώπη διαμόρφωσε τη δική του προσωπική έκφραση, αναγνωρίστηκε στη Γερμανία, έκανε καριέρα, είχε τον δικό του γκαλερίστα, ήταν αυτό που σήμερα θα λέγαμε πετυχημένος καλλιτέχνης. Η πορεία του διεκόπη απότομα. 1934: άνοδος του φασισμού και ο, εκτός κομματικών στεγανών αλλά αριστερός στη φιλοσοφία της ζωής, Μπουζιάνης πουλάει το σπίτι του στο Aϊχενάου τoυ Μονάχου και επιστρέφει στην Ελλάδα. Στην απόφασή του αυτή βαραίνει και το γεγονός ότι του είχαν επισήμως υποσχεθεί θέση καθηγητή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία ποτέ δεν πήρε. Εγκαθίσταται στο ταπεινό σπιτάκι στη Δάφνη.
Τα επόμενα χρόνια της ζωής του είναι τα πιο δύσκολα. Ζει στα όρια της εξαθλίωσης, με τρομερές στερήσεις, ειδικά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η σωτηρία του ήταν κάποιοι άνθρωποι, στενοί του φίλοι, που τον στήριξαν οικονομικά και, κυρίως, ηθικά: ο Φαίδωνας Μίχος, τότε διοικητής της ΕΤΒΑ, ο αρχαιολόγος Γιάννης Μηλιάδης, ο γιατρός Πέτρος Κόκκαλης, ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, ο ιστορικός τέχνης και βυζαντινολόγος Μαρίνος Καλλιγάς, ο ιστορικός τέχνης Αγγελος Προκοπίου, ο καθηγητής Γιώργος Μουρέλος κ.ά. Συχνά έβρισκε κάτω από την πόρτα του σπιτιού του κάποιον φάκελο με λίγα χρήματα και από τον γραφικό χαρακτήρα αναγνώριζε τον «ευεργέτη» του και ανταπέδιδε με κάποια ακουαρέλα. Δεν είχε λεφτά ούτε για τσιγάρα.
Χαρακτηριστική της κατάστασής του είναι η μαρτυρία φιλικού ζευγαριού που είχε καλέσει τον Μπουζιάνη και τη σύζυγό του Maria Imholz για φαγητό. Οταν η οικοδέσποινα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και είδε να στέκεται απ’ έξω μόνο ο Μπουζιάνης, ρώτησε πού είναι η γυναίκα του, για να πάρει την απάντηση: «Δεν είχαμε λεφτά για δεύτερο εισιτήριο».
Μπορεί να είχε καλούς και πιστούς φίλους, ανάμεσά τους οι ποιητές Νίκος Καρούζος, Μίλτος Σαχτούρης και Μιχάλης Κατσαρός, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος, αλλά δεν ήταν εύκολο να τον πλησιάσει κανείς. Κάθε φορά που κάποιος ξένος χτυπούσε την πόρτα του, έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση σε σπασμένα ελληνικά από τη Γερμανίδα σύζυγό του: «Ο Μπουζιάνης ντεν είναι εντό». Μόνο όταν ο Μπουζιάνης πέθανε και, μετά την κηδεία, οι στενοί συγγενείς και φίλοι επέστρεψαν στο σπίτι για την εθιμοτυπική συγκέντρωση, η Maria Imholz Μπουζιάνη είχε ανάψει όλα τα φώτα σαν να ’ταν γιορτή και φώναζε: «Μπουζιάνης ντεν πέθανε, είναι εντό».
Ταπεινός, μετριόφρων, ανυπόκριτος και ευθύς, ο Μπουζιάνης ήταν ακούραστος εργάτης της ζωγραφικής, ζούσε γι’ αυτήν, αλλά δεν έκανε ποτέ την παραμικρή έκπτωση στο υψηλό του ήθος, για πρόσκαιρη δόξα και χρήμα.
Το «όχι» στον Ιόλα
Σε μια έκθεσή του, τον ειδοποίησαν να σπεύσει στην είσοδο να υποδεχθεί έναν εκπρόσωπο της Πολιτείας. «Αν ενδιαφέρεται πραγματικά για την τέχνη μου, να έρθει να με βρει», απάντησε εκείνος. Επειτα από επιμονή φίλου του, δέχθηκε κάποια στιγμή στο σπίτι του τον Αλέξανδρο Ιόλα. Η δεύτερη συνάντηση μαζί του δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, επειδή ο γκαλερίστας καθυστέρησε στο ραντεβού. Ετσι, ο Μπουζιάνης κλώτσησε την ευκαιρία για μια μεγάλη έκθεση έργων του στην Αμερική τη δεκαετία του ’50. «Με τα έργα του τον έδενε μια συγγένεια αίματος», έγραψε κάποτε ο στενός του φίλος Φαίδωνας Μίχος, ένας από τους ανθρώπους που προστάτεψαν και ανέδειξαν το έργο του. «Τα θεωρούσε παιδιά του. Πριν πουλήσει οτιδήποτε, ρωτούσε ποιος ήταν ο αγοραστής και αν καταλάβαινε την τέχνη του. Αν είχε αμφιβολία, δεν έδινε τα έργα του, όση ανάγκη χρημάτων και αν είχε...».
Σπιτική έκθεση που βγάζει ατμόσφαιρα
«Η έκθεση αυτή δίνει μεγάλο βάρος στον ζωγράφο αλλά και στον άνθρωπο», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης, Ελένη Κυπραίου. «Είναι μια έκθεση σπιτική, που βγάζει την ατμόσφαιρα του έργου και της ζωής του Μπουζιάνη. Εκθέτουμε δεκαπέντε έργα, επτά από τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά, φωτογραφίες, γράμματα, το σημειωματάριο, δελτίο ταυτότητας που περιλαμβάνει έργα, σχόλια, ονόματα και οικογενειακή κατάσταση, όλα αποσπάσματα από τον βίο του Μπουζιάνη. Ο ζωγράφος Μπουζιάνης έχει έναν ιδιότυπο χαρακτήρα. Δεν μοιάζει με κανέναν. Ενα έργο του μπορεί να μη σ’ αρέσει, σίγουρα όμως θα το θυμάσαι. Είναι μοναδικός. Γι’ αυτό και δεν έχει συνεχιστές, απόστολους. Αλλωστε, είχε μόλις τρεις μαθητές· τον Νίκο Χρονόπουλο, την Κούλα Μαραγκοπούλου και την Κατερίνα Χαριάτη. Στο έργο του φαίνεται πόσο αγαπούσε τις γυναίκες, πόσο τρυφερός ήταν με τα παιδιά. Εχει απίστευτη δύναμη έκφρασης και αδιάκοπη εσωτερική ένταση. Κύριο μέλημά του είναι ο άνθρωπος, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου. Η ζωγραφική του κοιτάζει τον μέσα κόσμο. Είναι “καθαρή” ζωγραφική με κύριο στοιχείο το χρώμα. Ενα στοιχείο μοναδικό στον Μπουζιάνη, που τον διαφοροποιεί από τους άλλους Ελληνες είναι η χρήση του μαύρου χρώματος. Είχε δέκα διαφορετικά μαύρα. Και την εποχή της έκρηξης της ελληνικότητας στη ζωγραφική, με το φως και το χρώμα, εκείνος έκανε την αντίστροφη πορεία, πήγε κόντρα στην εποχή. Γύρω από κάθε έργο του υπάρχει μια δίνη – συναισθηματική, πνευματική, εικαστική. Στον Μπουζιάνη υπάρχει η αίσθηση του μεγάλου έργου, που τη βρίσκει κανείς μόνο στους μεγάλους καλλιτέχνες».
Το Σπίτι - Μουσείο Μπουζιάνη, που εγκαινιάστηκε πρόσφατα, διηγείται τη μυθιστορηματική ζωή ενός σπουδαίου Ελληνα καλλιτέχνη
Της Γιουλης Eπτακοιλη
Ανεβαίνοντας την οδό Μπουζιάνη, πρώην Σουλίου, στη Δάφνη, Κατσιπόδι για τους παλιούς, φαντάζεσαι ότι θα δεις τον μπαρμπα-Γιώργη να καπνίζει στο κατώφλι του σπιτιού του. Υπάρχουν ακόμη δυο–τρεις άνθρωποι στη γειτονιά που τον θυμούνται να βγαίνει από το σπιτάκι του, με ένα τσιγάρο στο στόμα, και να κατηφορίζει το δρόμο προς τη μονίμως μποτιλιαρισμένη σήμερα Βουλιαγμένης. Μια κυρία θυμάται τον πατέρα της να τη μαλώνει: «Κάνε ησυχία, δουλεύει ο μπαρμπα-Γιώργης».
Η γειτονιά του Γιώργου Μπουζιάνη έχει αλλάξει πολύ, αλλά ευτυχώς, δεν έχει χάσει την ανθρώπινη κλίμακα. Ούτε το «Σπίτι - Μουσείο Μπουζιάνη», που εγκαινιάστηκε πρόσφατα, έπειτα από επίμονη δουλειά της δημαρχιακής αρχής της Δάφνης, θα μπορούσε να ξεφύγει απ’ αυτό το μέτρο. Γι’ αυτό και δίπλα στο σύγχρονο κτίριο του μουσείου, υπάρχει το σπίτι του ζωγράφου –μόνο μια αυλή τα χωρίζει, με μια λεμονιά και ένα κουμ κουάτ στη μέση–, μέρος κι αυτό του μουσείου. Το σπίτι διηγείται τη μυθιστορηματική ζωή ενός σπουδαίου Ελληνα καλλιτέχνη, ο οποίος διέθετε αυτό που είπε κάποτε ο Μποντλέρ για τον Ντελακρουά: «Είναι όπως όλοι οι μεγάλοι δάσκαλοι, ένα θαυμαστό μείγμα ικανότητας, που δείχνει τον τέλειο ζωγράφο, και αφέλειας, που δείχνει τον τέλειο άνθρωπο».
Σχολή του Μονάχου
Γιος οικονομικά εύρωστου εμπόρου κρασιών, ο Γιώργος Μπουζιάνης (1885–1959) είχε την ευκαιρία να σπουδάσει στη Γερμανία σε μια εποχή μεγάλων και βίαιων αλλαγών. Επηρεάστηκε από τους εξπρεσιονιστές, από τον Εγκον Σίλε, τον Αουγκουστ Μάκε, τη Σχολή του Μονάχου. Μέσα από διάφορα ταξίδια στην Ευρώπη διαμόρφωσε τη δική του προσωπική έκφραση, αναγνωρίστηκε στη Γερμανία, έκανε καριέρα, είχε τον δικό του γκαλερίστα, ήταν αυτό που σήμερα θα λέγαμε πετυχημένος καλλιτέχνης. Η πορεία του διεκόπη απότομα. 1934: άνοδος του φασισμού και ο, εκτός κομματικών στεγανών αλλά αριστερός στη φιλοσοφία της ζωής, Μπουζιάνης πουλάει το σπίτι του στο Aϊχενάου τoυ Μονάχου και επιστρέφει στην Ελλάδα. Στην απόφασή του αυτή βαραίνει και το γεγονός ότι του είχαν επισήμως υποσχεθεί θέση καθηγητή στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, την οποία ποτέ δεν πήρε. Εγκαθίσταται στο ταπεινό σπιτάκι στη Δάφνη.
Τα επόμενα χρόνια της ζωής του είναι τα πιο δύσκολα. Ζει στα όρια της εξαθλίωσης, με τρομερές στερήσεις, ειδικά την περίοδο της Κατοχής και του Εμφυλίου. Η σωτηρία του ήταν κάποιοι άνθρωποι, στενοί του φίλοι, που τον στήριξαν οικονομικά και, κυρίως, ηθικά: ο Φαίδωνας Μίχος, τότε διοικητής της ΕΤΒΑ, ο αρχαιολόγος Γιάννης Μηλιάδης, ο γιατρός Πέτρος Κόκκαλης, ο αρχιτέκτονας Δημήτρης Πικιώνης, ο ιστορικός τέχνης και βυζαντινολόγος Μαρίνος Καλλιγάς, ο ιστορικός τέχνης Αγγελος Προκοπίου, ο καθηγητής Γιώργος Μουρέλος κ.ά. Συχνά έβρισκε κάτω από την πόρτα του σπιτιού του κάποιον φάκελο με λίγα χρήματα και από τον γραφικό χαρακτήρα αναγνώριζε τον «ευεργέτη» του και ανταπέδιδε με κάποια ακουαρέλα. Δεν είχε λεφτά ούτε για τσιγάρα.
Χαρακτηριστική της κατάστασής του είναι η μαρτυρία φιλικού ζευγαριού που είχε καλέσει τον Μπουζιάνη και τη σύζυγό του Maria Imholz για φαγητό. Οταν η οικοδέσποινα άνοιξε την πόρτα του σπιτιού της και είδε να στέκεται απ’ έξω μόνο ο Μπουζιάνης, ρώτησε πού είναι η γυναίκα του, για να πάρει την απάντηση: «Δεν είχαμε λεφτά για δεύτερο εισιτήριο».
Μπορεί να είχε καλούς και πιστούς φίλους, ανάμεσά τους οι ποιητές Νίκος Καρούζος, Μίλτος Σαχτούρης και Μιχάλης Κατσαρός, ο ζωγράφος Γιώργος Γουναρόπουλος, αλλά δεν ήταν εύκολο να τον πλησιάσει κανείς. Κάθε φορά που κάποιος ξένος χτυπούσε την πόρτα του, έπαιρνε πάντα την ίδια απάντηση σε σπασμένα ελληνικά από τη Γερμανίδα σύζυγό του: «Ο Μπουζιάνης ντεν είναι εντό». Μόνο όταν ο Μπουζιάνης πέθανε και, μετά την κηδεία, οι στενοί συγγενείς και φίλοι επέστρεψαν στο σπίτι για την εθιμοτυπική συγκέντρωση, η Maria Imholz Μπουζιάνη είχε ανάψει όλα τα φώτα σαν να ’ταν γιορτή και φώναζε: «Μπουζιάνης ντεν πέθανε, είναι εντό».
Ταπεινός, μετριόφρων, ανυπόκριτος και ευθύς, ο Μπουζιάνης ήταν ακούραστος εργάτης της ζωγραφικής, ζούσε γι’ αυτήν, αλλά δεν έκανε ποτέ την παραμικρή έκπτωση στο υψηλό του ήθος, για πρόσκαιρη δόξα και χρήμα.
Το «όχι» στον Ιόλα
Σε μια έκθεσή του, τον ειδοποίησαν να σπεύσει στην είσοδο να υποδεχθεί έναν εκπρόσωπο της Πολιτείας. «Αν ενδιαφέρεται πραγματικά για την τέχνη μου, να έρθει να με βρει», απάντησε εκείνος. Επειτα από επιμονή φίλου του, δέχθηκε κάποια στιγμή στο σπίτι του τον Αλέξανδρο Ιόλα. Η δεύτερη συνάντηση μαζί του δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, επειδή ο γκαλερίστας καθυστέρησε στο ραντεβού. Ετσι, ο Μπουζιάνης κλώτσησε την ευκαιρία για μια μεγάλη έκθεση έργων του στην Αμερική τη δεκαετία του ’50. «Με τα έργα του τον έδενε μια συγγένεια αίματος», έγραψε κάποτε ο στενός του φίλος Φαίδωνας Μίχος, ένας από τους ανθρώπους που προστάτεψαν και ανέδειξαν το έργο του. «Τα θεωρούσε παιδιά του. Πριν πουλήσει οτιδήποτε, ρωτούσε ποιος ήταν ο αγοραστής και αν καταλάβαινε την τέχνη του. Αν είχε αμφιβολία, δεν έδινε τα έργα του, όση ανάγκη χρημάτων και αν είχε...».
Σπιτική έκθεση που βγάζει ατμόσφαιρα
«Η έκθεση αυτή δίνει μεγάλο βάρος στον ζωγράφο αλλά και στον άνθρωπο», λέει η επιμελήτρια της έκθεσης, Ελένη Κυπραίου. «Είναι μια έκθεση σπιτική, που βγάζει την ατμόσφαιρα του έργου και της ζωής του Μπουζιάνη. Εκθέτουμε δεκαπέντε έργα, επτά από τα οποία εκτίθενται για πρώτη φορά, φωτογραφίες, γράμματα, το σημειωματάριο, δελτίο ταυτότητας που περιλαμβάνει έργα, σχόλια, ονόματα και οικογενειακή κατάσταση, όλα αποσπάσματα από τον βίο του Μπουζιάνη. Ο ζωγράφος Μπουζιάνης έχει έναν ιδιότυπο χαρακτήρα. Δεν μοιάζει με κανέναν. Ενα έργο του μπορεί να μη σ’ αρέσει, σίγουρα όμως θα το θυμάσαι. Είναι μοναδικός. Γι’ αυτό και δεν έχει συνεχιστές, απόστολους. Αλλωστε, είχε μόλις τρεις μαθητές· τον Νίκο Χρονόπουλο, την Κούλα Μαραγκοπούλου και την Κατερίνα Χαριάτη. Στο έργο του φαίνεται πόσο αγαπούσε τις γυναίκες, πόσο τρυφερός ήταν με τα παιδιά. Εχει απίστευτη δύναμη έκφρασης και αδιάκοπη εσωτερική ένταση. Κύριο μέλημά του είναι ο άνθρωπος, ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου. Η ζωγραφική του κοιτάζει τον μέσα κόσμο. Είναι “καθαρή” ζωγραφική με κύριο στοιχείο το χρώμα. Ενα στοιχείο μοναδικό στον Μπουζιάνη, που τον διαφοροποιεί από τους άλλους Ελληνες είναι η χρήση του μαύρου χρώματος. Είχε δέκα διαφορετικά μαύρα. Και την εποχή της έκρηξης της ελληνικότητας στη ζωγραφική, με το φως και το χρώμα, εκείνος έκανε την αντίστροφη πορεία, πήγε κόντρα στην εποχή. Γύρω από κάθε έργο του υπάρχει μια δίνη – συναισθηματική, πνευματική, εικαστική. Στον Μπουζιάνη υπάρχει η αίσθηση του μεγάλου έργου, που τη βρίσκει κανείς μόνο στους μεγάλους καλλιτέχνες».
Γιαννης Καρδαματης-Ενας κοσμοπολίτης της Υδρας...
Σπανίζει στις ημέρες μας το να παρατηρεί κανείς στο έργο δύο φίλων καλλιτεχνών, την ανέφελη σύμπνοια και συγχρόνως την αλληλοσυμπλήρωση που ενυπάρχει ανάμεσα στον Ιωάννη Καρδαμάτη και στον Αμερικανό Timothy Hennessy που μοιράζονταν, μάλιστα, το επιβλητικό σπίτι της Ύδρας. Σπίτι στο οποίο είχαν θεσπίσει από κοινού εργαστήρι και κέντρο διανόησης και σκέψης. Σπίτι που, πάνω απ’ όλα, ακτινοβολεί τις όντως χαρισματικές προσωπικότητες των δύο καλλιτεχνών που ξεχωρίζουν για τη βαθιά ανθρωπιστική –κατά τα αναγεννησιακά πρότυπα– παιδεία και τον τρόπο σκέψης.
Φίλοι του Αλεξάνδρου Ιόλα και της Peggy Guggenheim, με ατομικές εκθέσεις σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και των ΗΠΑ –συχνά μάλιστα στις ίδιες γκαλερί– δεν χαρακτηρίζονταν από την ανταγωνιστικότητα και τα συναφή σύνδρομα που παρατηρούμε σε διάφορες περιπτώσεις δημιουργών.
Γεννημένος στο Βερολίνο το 1915, ο Ιωάννης Καρδαμάτης είχε μεγαλώσει στην Ελλάδα και στην Αυστραλία και πέθανε πέρσι στην Αβινιόν. Κοσμοπολίτης και κοσμογυρισμένος – είχε ταξιδέψει στην Αίγυπτο, στην Αμερική, στην Αυστραλία, στις Ινδίες και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ο Καρδαμάτης ένιωθε μεγάλη έλξη για την Ανατολή και ειδικότερα για το Βυζάντιο, έλξη που επηρέασε βαθιά και τη δουλειά του. Είχα την τύχη να τον πρωτογνωρίσω όταν φιλοτεχνούσε τις αξέχαστες χρυσές πόρτες στο σπίτι του Αλέξανδρου Ιόλα στην Αγία Παρασκευή και να τον δω ξανά το χειμώνα του 2009 στο Ξενοδοχείο Saint George Lycabettus λίγους μήνες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στην Αβινιόν.
Στη διάρκεια της φιλικότατης συζήτησης που είχα μαζί του, τίποτε δεν άφηνε να διαφανεί το επαπειλούμενο τέλος. Μου έλεγε ότι θα πήγαινε στο βενετσιάνικο Palazzo του, όπου περνούσε μερικούς μήνες κάθε χρόνο, και ότι είχε την πρόθεση να συγκεντρώσει μερικά από τα σχέδιά του σε μια έκδοση. Εντύπωση μου έκανε και πάλι η αυτοφυής ευγένειά του και, κυρίως, η μεγαλοπρέπεια αυτού του ανθρώπου που ήταν εμφανής ακόμη και στον τρόπο που μιλούσε στο προσωπικό του ξενοδοχείου. Είχε τη γαλήνη και την πραότητα του γνήσια σκεπτόμενου ανθρώπου, σε συνδυασμό με τους τρόπους του αυθεντικού αριστοκράτη. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι ήταν περίφροντις για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, καθώς την ημέρα που τον επισκέφθηκα είχε κλείσει το κέντρο από ταραχές και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τα δακρυγόνα. Με την ολύμπια ηρεμία του, μου εκδήλωνε με πολλούς τρόπους τη βαθιά αγάπη του για την Ελλάδα αλλά και την ανησυχία που ένιωθε για τις μελλούμενες εξελίξεις. Όμως, σύντομα, η συζήτησή μας επικεντρώθηκε στη μεγάλη γοητεία που ασκούσε επάνω του το φως της Ελλάδας και ο «μοναδικός» της ήλιος. Ακριβώς αυτό τον ήλιο αποκρυπτογράφησε –όσο είναι ανθρώπινα, δηλαδή υλικά δυνατόν– στις πόρτες που έφτιαξε με μια χαρακτηριστική ενάργεια για το σπίτι του Ιόλα αλλά και για άλλα βαρυσήμαντα μέρη. Γοητευμένος από την Ανατολή και ειδικότερα, από την ατμόσφαιρα του Βυζαντίου και τις διάφορες τεχνικές που επεξεργάστηκαν οι Βυζαντινοί, προσπάθησε και το επέτυχε να αναπλάσει μια ανάλογη ατμόσφαιρα μέσ’ από τα έργα του. Ατμόσφαιρα που λάμπρυνε όλα τα σπίτια που διέθετε ή που διακοσμούσε ο Καρδαμάτης.
Ειδικότερα, στις ζωγραφικές του συνθέσεις, κυρίως με μεικτή τεχνική και σκόνες σε ύφασμα, σε νοβοπάν κ.α., ο Καρδαμάτης, επικεντρωμένος στην εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική μυθολογία ανθρώπινη μορφή, περιβάλλει την τελευταία με μια ατμόσφαιρα εκπάγλου λάμψης, που λες και είναι ενορχηστρωμένη μέσ’ από αυτή καθεαυτή την ηλιακή ενέργεια. Εδώ οι κίτρινες, υποκίτρινες ή και χρυσαφιές αποχρώσεις συνθέτουν, κάθε φορά, ένα διαχρονικό –εκτός τόπου και χρόνου– έργο. Έργο που υπερσκελίζει τις όποιες εντάξεις σε κινήματα και σε μανιέρες, όπως συμβολισμός, προ-ραφαηλιτισμός κ.ά., για να διαμηνύσει αποκλειστικά την ξεχωριστή οντότητα του δημιουργού του.
Οντότητα σφαιρικά εννοημένη, καθώς ο Καρδαμάτης όπως άλλωστε και ο Hennessy, βίωναν και λάμβαναν υπόψη σφαιρικά όλο το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργούσαν. Αποκαλυπτικό σε αυτό το σημείο είναι, όπως θα δούμε, το σπίτι της Ύδρας στη διευθέτηση και στο διάκοσμο του οποίου δούλεψαν και οι δύο και όπου –καθώς εκτελούσε και χρέη κατοικίας και εργαστηρίου– φιλοτεχνούσαν και τα προσωπικά τους έργα στα οποία συχνά δούλευαν διαδοχικά.
Δουλεύοντας και οι δύο συχνά το ύφασμα –αν και περισσότερο ο Hennessy και λιγότερο ο Καρδαμάτης–, κατόρθωναν να καταστήσουν το έργο του περίοπτο, δηλαδή να «φέρει» από μια σύνθεση στην καθεμιά από τις δύο όψεις.
Ακόμη, στις ζωγραφικές συνθέσεις του Καρδαμάτη διαπιστώνουμε μια τελείως προσωπική ονειρική διάθεση που ενθαρρύνει τη φαντασία μας να διανύσει τις δικές της διαδρομές. Διαδρομές, που σε κάθε περίπτωση εμπλουτίζουν τον ψυχισμό μας, καθώς τον εξωραΐζουν από την πεζή καθημερινότητα.
Ονειρική διάθεση που εκδηλώνεται με ένα διαφορετικό τρόπο στον –κατά δέκα χρόνια νεότερο– Hennessy, καθώς τα όποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα έργα του διακατέχονται από έναν ονειρικό σε παλμό ρυθμό. Ένα ρυθμό στον οποίο τα παραστατικά στοιχεία σε μια εμπνευσμένη συνύπαρξη με τα συμβολικά – διακοσμητικά πείθουν ότι έχουν απορροφήσει κάτι το ουσιαστικό από την περιβάλλουσα ατμόσφαιρα, π.χ., το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού στην Ύδρα. Kι αυτό, ώστε να αναμεταδώσουν το βαθύτερο πνεύμα που διέπει την εικαστική γραφή του καλλιτέχνη και σε εμάς.
Μαθητής του André Lhote στο Παρίσι και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας, ο Hennessy, που τώρα ζει και εργάζεται κυρίως στην Αβινιόν, έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο χρώμα και μια σαφή προτίμηση να δημιουργεί περίοπτα έργα είτε σε μη τελαρωμένους καμβάδες είτε σε υφάσματα που ράβει ο ίδιος. Εκτός από τα ζωγραφικά έργα φιλοτεχνεί γλυπτά και κοστούμια για happenings. Σημαδιακά, η Peggy Guggenheim είχε ισχυριστεί για τον Hennessy «ότι ήταν ο τελευταίος καλός καλλιτέχνης που είχε ανακαλύψει».
Οπωσδήποτε χαρισματικός καλλιτέχνης, ο Hennessy κατορθώνει να πλάσει μέσ’ από ένα συγκερασμό θραυσμάτων από διακοσμητικά και παραστατικά μοτίβα ένα απολύτως προσωπικό εικονογραφικό ρεπερτόριο χάρη στο οποίο μας αναμεταδίδει, πάντοτε στο ακέραιο, την πεμπτουσία του εκάστοτε ερεθίσματός του. Έτσι, έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε αποτελεσματικά με την ατμόσφαιρα ενός ελληνικού νησιού ή ακόμη με την ανατολίζουσα ιερατικότητα μιας καθ’ όλα υποβλητικής μορφής. Υπάρχει, όντως, σε όλα σχεδόν τα έργα του μια βαθιά ποιητική διάσταση. Διάσταση που, αντιδραστική σε μια όποια πεζή περιγραφή, πολλαπλασιάζει σε βάθος και ανεξάντλητα τους συνειρμούς που προκαλεί μέσ’ από την ορατή εικόνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως ,έχει αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας διακοσμητικότητας ή και επιδερμικής κατάστασης χάρη στο ταλέντο του δημιουργού.
Κομβικό οπωσδήποτε σημείο στην πορεία των δύο καλλιτεχνών –πέρα από τις όποιες συνεργασίες και τα κοινά σχέδια– είναι το σπίτι στην Ύδρα: Ολοζώντανο παράδειγμα του καθαρά ποιητικού τρόπου με τον οποίο βίωναν και έβλεπαν την κάθε δημιουργία σαν ένα αναπόσπαστο μέλος ενός αδιαίρετου συνόλου. Τα χρώματα και οι συμβολισμοί των συνθέσεων που κοσμούν το σπίτι της Ύδρας, τα διάσπαρτα κολάζ από κείμενα του Πλάτωνα και του Προυστ, ώστε, π.χ., να τεκμηριωθεί η πνευματική τους αξία έναντι της υλικής, στοχεύουν στο να προβάλλει το όλο οικοδόμημα: κυψέλη νοημάτων και αισθητικής γραφής που άπτεται της καθολικής, σφαιρικά εννοημένης, «παιδείας» και δημιουργίας.
Φίλοι του Αλεξάνδρου Ιόλα και της Peggy Guggenheim, με ατομικές εκθέσεις σε διάφορα μέρη της Ευρώπης και των ΗΠΑ –συχνά μάλιστα στις ίδιες γκαλερί– δεν χαρακτηρίζονταν από την ανταγωνιστικότητα και τα συναφή σύνδρομα που παρατηρούμε σε διάφορες περιπτώσεις δημιουργών.
Γεννημένος στο Βερολίνο το 1915, ο Ιωάννης Καρδαμάτης είχε μεγαλώσει στην Ελλάδα και στην Αυστραλία και πέθανε πέρσι στην Αβινιόν. Κοσμοπολίτης και κοσμογυρισμένος – είχε ταξιδέψει στην Αίγυπτο, στην Αμερική, στην Αυστραλία, στις Ινδίες και σε όλες τις χώρες της Ευρώπης. Ο Καρδαμάτης ένιωθε μεγάλη έλξη για την Ανατολή και ειδικότερα για το Βυζάντιο, έλξη που επηρέασε βαθιά και τη δουλειά του. Είχα την τύχη να τον πρωτογνωρίσω όταν φιλοτεχνούσε τις αξέχαστες χρυσές πόρτες στο σπίτι του Αλέξανδρου Ιόλα στην Αγία Παρασκευή και να τον δω ξανά το χειμώνα του 2009 στο Ξενοδοχείο Saint George Lycabettus λίγους μήνες πριν αφήσει την τελευταία του πνοή στην Αβινιόν.
Στη διάρκεια της φιλικότατης συζήτησης που είχα μαζί του, τίποτε δεν άφηνε να διαφανεί το επαπειλούμενο τέλος. Μου έλεγε ότι θα πήγαινε στο βενετσιάνικο Palazzo του, όπου περνούσε μερικούς μήνες κάθε χρόνο, και ότι είχε την πρόθεση να συγκεντρώσει μερικά από τα σχέδιά του σε μια έκδοση. Εντύπωση μου έκανε και πάλι η αυτοφυής ευγένειά του και, κυρίως, η μεγαλοπρέπεια αυτού του ανθρώπου που ήταν εμφανής ακόμη και στον τρόπο που μιλούσε στο προσωπικό του ξενοδοχείου. Είχε τη γαλήνη και την πραότητα του γνήσια σκεπτόμενου ανθρώπου, σε συνδυασμό με τους τρόπους του αυθεντικού αριστοκράτη. Θυμάμαι, μάλιστα, ότι ήταν περίφροντις για τα όσα συμβαίνουν στην Ελλάδα, καθώς την ημέρα που τον επισκέφθηκα είχε κλείσει το κέντρο από ταραχές και η ατμόσφαιρα ήταν αποπνικτική από τα δακρυγόνα. Με την ολύμπια ηρεμία του, μου εκδήλωνε με πολλούς τρόπους τη βαθιά αγάπη του για την Ελλάδα αλλά και την ανησυχία που ένιωθε για τις μελλούμενες εξελίξεις. Όμως, σύντομα, η συζήτησή μας επικεντρώθηκε στη μεγάλη γοητεία που ασκούσε επάνω του το φως της Ελλάδας και ο «μοναδικός» της ήλιος. Ακριβώς αυτό τον ήλιο αποκρυπτογράφησε –όσο είναι ανθρώπινα, δηλαδή υλικά δυνατόν– στις πόρτες που έφτιαξε με μια χαρακτηριστική ενάργεια για το σπίτι του Ιόλα αλλά και για άλλα βαρυσήμαντα μέρη. Γοητευμένος από την Ανατολή και ειδικότερα, από την ατμόσφαιρα του Βυζαντίου και τις διάφορες τεχνικές που επεξεργάστηκαν οι Βυζαντινοί, προσπάθησε και το επέτυχε να αναπλάσει μια ανάλογη ατμόσφαιρα μέσ’ από τα έργα του. Ατμόσφαιρα που λάμπρυνε όλα τα σπίτια που διέθετε ή που διακοσμούσε ο Καρδαμάτης.
Ειδικότερα, στις ζωγραφικές του συνθέσεις, κυρίως με μεικτή τεχνική και σκόνες σε ύφασμα, σε νοβοπάν κ.α., ο Καρδαμάτης, επικεντρωμένος στην εμπνευσμένη από την αρχαία ελληνική μυθολογία ανθρώπινη μορφή, περιβάλλει την τελευταία με μια ατμόσφαιρα εκπάγλου λάμψης, που λες και είναι ενορχηστρωμένη μέσ’ από αυτή καθεαυτή την ηλιακή ενέργεια. Εδώ οι κίτρινες, υποκίτρινες ή και χρυσαφιές αποχρώσεις συνθέτουν, κάθε φορά, ένα διαχρονικό –εκτός τόπου και χρόνου– έργο. Έργο που υπερσκελίζει τις όποιες εντάξεις σε κινήματα και σε μανιέρες, όπως συμβολισμός, προ-ραφαηλιτισμός κ.ά., για να διαμηνύσει αποκλειστικά την ξεχωριστή οντότητα του δημιουργού του.
Οντότητα σφαιρικά εννοημένη, καθώς ο Καρδαμάτης όπως άλλωστε και ο Hennessy, βίωναν και λάμβαναν υπόψη σφαιρικά όλο το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργούσαν. Αποκαλυπτικό σε αυτό το σημείο είναι, όπως θα δούμε, το σπίτι της Ύδρας στη διευθέτηση και στο διάκοσμο του οποίου δούλεψαν και οι δύο και όπου –καθώς εκτελούσε και χρέη κατοικίας και εργαστηρίου– φιλοτεχνούσαν και τα προσωπικά τους έργα στα οποία συχνά δούλευαν διαδοχικά.
Δουλεύοντας και οι δύο συχνά το ύφασμα –αν και περισσότερο ο Hennessy και λιγότερο ο Καρδαμάτης–, κατόρθωναν να καταστήσουν το έργο του περίοπτο, δηλαδή να «φέρει» από μια σύνθεση στην καθεμιά από τις δύο όψεις.
Ακόμη, στις ζωγραφικές συνθέσεις του Καρδαμάτη διαπιστώνουμε μια τελείως προσωπική ονειρική διάθεση που ενθαρρύνει τη φαντασία μας να διανύσει τις δικές της διαδρομές. Διαδρομές, που σε κάθε περίπτωση εμπλουτίζουν τον ψυχισμό μας, καθώς τον εξωραΐζουν από την πεζή καθημερινότητα.
Ονειρική διάθεση που εκδηλώνεται με ένα διαφορετικό τρόπο στον –κατά δέκα χρόνια νεότερο– Hennessy, καθώς τα όποια επαναλαμβανόμενα μοτίβα στα έργα του διακατέχονται από έναν ονειρικό σε παλμό ρυθμό. Ένα ρυθμό στον οποίο τα παραστατικά στοιχεία σε μια εμπνευσμένη συνύπαρξη με τα συμβολικά – διακοσμητικά πείθουν ότι έχουν απορροφήσει κάτι το ουσιαστικό από την περιβάλλουσα ατμόσφαιρα, π.χ., το χρώμα της θάλασσας και του ουρανού στην Ύδρα. Kι αυτό, ώστε να αναμεταδώσουν το βαθύτερο πνεύμα που διέπει την εικαστική γραφή του καλλιτέχνη και σε εμάς.
Μαθητής του André Lhote στο Παρίσι και απόφοιτος της Σχολής Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας, ο Hennessy, που τώρα ζει και εργάζεται κυρίως στην Αβινιόν, έχει μια ιδιαίτερη ευαισθησία στο χρώμα και μια σαφή προτίμηση να δημιουργεί περίοπτα έργα είτε σε μη τελαρωμένους καμβάδες είτε σε υφάσματα που ράβει ο ίδιος. Εκτός από τα ζωγραφικά έργα φιλοτεχνεί γλυπτά και κοστούμια για happenings. Σημαδιακά, η Peggy Guggenheim είχε ισχυριστεί για τον Hennessy «ότι ήταν ο τελευταίος καλός καλλιτέχνης που είχε ανακαλύψει».
Οπωσδήποτε χαρισματικός καλλιτέχνης, ο Hennessy κατορθώνει να πλάσει μέσ’ από ένα συγκερασμό θραυσμάτων από διακοσμητικά και παραστατικά μοτίβα ένα απολύτως προσωπικό εικονογραφικό ρεπερτόριο χάρη στο οποίο μας αναμεταδίδει, πάντοτε στο ακέραιο, την πεμπτουσία του εκάστοτε ερεθίσματός του. Έτσι, έχουμε τη δυνατότητα να επικοινωνήσουμε αποτελεσματικά με την ατμόσφαιρα ενός ελληνικού νησιού ή ακόμη με την ανατολίζουσα ιερατικότητα μιας καθ’ όλα υποβλητικής μορφής. Υπάρχει, όντως, σε όλα σχεδόν τα έργα του μια βαθιά ποιητική διάσταση. Διάσταση που, αντιδραστική σε μια όποια πεζή περιγραφή, πολλαπλασιάζει σε βάθος και ανεξάντλητα τους συνειρμούς που προκαλεί μέσ’ από την ορατή εικόνα. Σε κάθε περίπτωση πάντως ,έχει αποφευχθεί ο κίνδυνος μιας διακοσμητικότητας ή και επιδερμικής κατάστασης χάρη στο ταλέντο του δημιουργού.
Κομβικό οπωσδήποτε σημείο στην πορεία των δύο καλλιτεχνών –πέρα από τις όποιες συνεργασίες και τα κοινά σχέδια– είναι το σπίτι στην Ύδρα: Ολοζώντανο παράδειγμα του καθαρά ποιητικού τρόπου με τον οποίο βίωναν και έβλεπαν την κάθε δημιουργία σαν ένα αναπόσπαστο μέλος ενός αδιαίρετου συνόλου. Τα χρώματα και οι συμβολισμοί των συνθέσεων που κοσμούν το σπίτι της Ύδρας, τα διάσπαρτα κολάζ από κείμενα του Πλάτωνα και του Προυστ, ώστε, π.χ., να τεκμηριωθεί η πνευματική τους αξία έναντι της υλικής, στοχεύουν στο να προβάλλει το όλο οικοδόμημα: κυψέλη νοημάτων και αισθητικής γραφής που άπτεται της καθολικής, σφαιρικά εννοημένης, «παιδείας» και δημιουργίας.
Ντροπή στον Γερουλάνο....
Ειναι Υπουργος Πολιτισμου και δεν νρεπεται...
Ειναι γονος συλλεκτων και δωρητων... και δεν εχει τσιπα....
Κι όσο για το ΚΑΣ.... αφήστε... εκει τα χάλια τους ειναι μνημειώδη.... Οι μισοι απο αυτούς που απαρτιζουν το ΚΑΣ δε κάνουν ούτε για τις υπηρεσίες εντομοκτονίας του Δήμου....
Στην κληρονόμο τού Ιόλα κυρία Ελένη Κουτσούδη αποδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο 64 αρχαία έργα και εικόνες τα οποία ανήκαν στον συλλέκτη και είχαν μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό και στο Βυζαντινό Μουσείο προς φύλαξη. Αλλα τρία έργα, συγκεκριμένα το άγαλμα ενός σατύρου, μια κεφαλή αγαλματίου του Τραϊανού και ένα ανάγλυφο που παριστά ανδρική μορφή, αποφασίστηκε να αγοραστούν και να περιέλθουν στις συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού. Η απόφαση ελήφθη από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ύστερα από αίτημα που υπέβαλε η κυρία Κουτσούδη-Ιόλα, μία εκ των κληρονόμων τού συλλέκτη, ενώ η δεύτερη, η κυρία Σίλβια Μαρία ντε Κουέβας (κόρη της Νίκης Στάιφελ, που ήταν αδερφή του Ιόλα) δεν έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον. Σημειώνεται ότι τα έργα που αποδίδονται δεν είναι τα κατασχεθέντα στην οικία της Νίκης Στάιφελ μετά από δύο κλοπές που είχαν γίνει στο σπίτι του Ιόλα. Η αποζημίωση για τα τρία αρχαία ανέρχεται σε 6 000 Ευρω...
Ειναι γονος συλλεκτων και δωρητων... και δεν εχει τσιπα....
Κι όσο για το ΚΑΣ.... αφήστε... εκει τα χάλια τους ειναι μνημειώδη.... Οι μισοι απο αυτούς που απαρτιζουν το ΚΑΣ δε κάνουν ούτε για τις υπηρεσίες εντομοκτονίας του Δήμου....
Στην κληρονόμο τού Ιόλα κυρία Ελένη Κουτσούδη αποδίδονται από το Ελληνικό Δημόσιο 64 αρχαία έργα και εικόνες τα οποία ανήκαν στον συλλέκτη και είχαν μεταφερθεί στο Εθνικό Αρχαιολογικό και στο Βυζαντινό Μουσείο προς φύλαξη. Αλλα τρία έργα, συγκεκριμένα το άγαλμα ενός σατύρου, μια κεφαλή αγαλματίου του Τραϊανού και ένα ανάγλυφο που παριστά ανδρική μορφή, αποφασίστηκε να αγοραστούν και να περιέλθουν στις συλλογές του Εθνικού Αρχαιολογικού. Η απόφαση ελήφθη από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο ύστερα από αίτημα που υπέβαλε η κυρία Κουτσούδη-Ιόλα, μία εκ των κληρονόμων τού συλλέκτη, ενώ η δεύτερη, η κυρία Σίλβια Μαρία ντε Κουέβας (κόρη της Νίκης Στάιφελ, που ήταν αδερφή του Ιόλα) δεν έχει εκδηλώσει ενδιαφέρον. Σημειώνεται ότι τα έργα που αποδίδονται δεν είναι τα κατασχεθέντα στην οικία της Νίκης Στάιφελ μετά από δύο κλοπές που είχαν γίνει στο σπίτι του Ιόλα. Η αποζημίωση για τα τρία αρχαία ανέρχεται σε 6 000 Ευρω...
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)