5/15/2009

Πλαστά έργα του Σπαθάρη στο Κολωνάκι

Δε πρόλαβε να κλείσει τα μάτια του ο άνθρωπος και αμέσως έκαναν την εμφάνισή τους πλαστές φιγούρες του Ευγένιου Σπαθάρη.
Στη παρακαλλιτεχνική αγορά του Κολωνακίου κυκλοφόρησαν δεκάδες πλαστές φιγούρες του Καραγκιόζη, του Χατζηαβάτη, του Μπάρμπα Γιώργου και των κολλητηριών Και μάλιστα με την υπογραφή του....
Προσοχή.....
Μην αγοράζετε φιγούρες του Σπαθάρη χωρίς χαρτί υπογραμμένο από τη γυναίκα του. Γιατί οι αντιγραφές είναι πολλές και κατά βάση ...εύκολες...


Ο Άγιος Σπαθάρης

Όταν αναφέρομαι στον ζωγράφο-δημιουργό Ευγένιο Σπαθάρη δε το θεωρώ εύκολη υπόθεση. Φοβάμαι ότι θα παρασυρθώ από το «Θέατρο Σκιών», του οποίου υπήρξε αναπόσπαστο κομμάτι.

Φοβάμαι μην παρασυρθώ από αυτό που, 60 χρόνια τώρα είχε δημιουργήσει ο μεγάλος καλλιτέχνης στον νεοελληνικό κόσμο. Ένα μύθο με τύπους ηρώων και ανθρώπων αντικειμενικά πραγματοποιημένους .

Όταν για πρώτη φορά είδα τα ζωγραφικά έργα του, κατάλαβα σχεδόν αμέσως ότι ο Ευγένιος Σπαθάρης , ως μεγάλος δάσκαλος δεν «εξουδετερώθηκε» από τη μοναξιά του, όπως συμβαίνει σχεδόν σε όλους τους μεγάλους καλλιτέχνες. Τη μεταμόρφωσε. Την «κατοίκησε». Εντρύφησε στην ελληνική ιστορία και έφτιαξε δικούς του ήρωες, θεούς, φίλους, τόπους, γλέντια…Ήταν μια ανάγκη του για να κινηθεί, να ζήσει, όχι να αναπαραστήσει. Αυτή η θέση του, θέση ζωής, είναι πιο κοντά στη δημιουργία.

Από την εμπειρία της ελληνικής ιστορίας ο Ευγένιος Σπαθάρης κράτησε την ιδέα. Και το αντίστροφο. Γι’ αυτό είναι καθαρή η ζωγραφική του. Γι’ αυτό προβάλλει έντονη η ποίηση του χρωστήρα του. Γιατί, πέρα από αυτή, προβάλλει ένας χαρακτήρας που αγγίζει οικουμενικά ενδιαφέροντα.

Από την εμπειρία της ιστορίας πέρασε στη φύση του Έλληνα και από εκεί στην ίδια την ιδέα. Αφετηρία καθαρή. Η Ρωμιοσύνη βρήκε τους λαϊκούς της ήρωες .Η υπερφυσική, μεταφυσική τους γύμνια δεν είχε ανάγκη από ωραιοποιά σχήματα. Είχε ανάγκη μόνο από χαρίσματα, τα οποία, σε κοινή θεά ισοδυναμούν με τις ινδικές θεότητες, που, ακόμη και γυμνές, επηρεάζουν όλες τις αισθήσεις. Αυτή είναι η ικανοποίηση του Ευγένιου Σπαθάρη. Αισθάνεται ότι τα έργα του έχουν για όλους τουλάχιστον ένα αντίκρισμα στη σύγχρονη πραγματικότητα. Η σφαγή της Σμύρνης, οι Μικρασιάτες πρόσφυγες, οι επαγγελματίες του δρόμου, οι φιγούρες της γειτονιάς αποτελούν για όλους γνώριμες ιστορίες από τους γονείς μας. Αυτά τα βιώματα ελπίδας, πόνου και χαράς μας καθοδήγησαν. Οι ήρωες του 1821 ήταν σαν εικονίσματα κρεμασμένοι στις σχολικές μας αίθουσες. Οι μάχες, οι αγώνες για την ελευθερία, μας τροφοδότησαν με ψυχικό μεγαλείο. Αυτή είναι η ζωγραφική του Ευγένιου Σπαθάρη: Ένα ηθογραφικό τοπίο, στο οποίο αρμόζουν ορισμένοι άνθρωποι με ανάλογες πράξεις.

Οι αγώνες, ο εμφύλιος, η Κατοχή, οι δικαιωμένοι πόλεμοι έδωσαν την ευκαιρία στον Ευγένιο Σπαθάρη να δεθεί με τα περασμένα και να συνεχίσει. Αυτά τα έργα μοιάζουν με κλίμακα πνευματική που ισοδυναμεί με κανόνες της ζωής μας. Σχεδόν αποκρυπτογράφησε την φύση του Έλληνα. Ήταν μια ανάγκη για τον λαϊκό καλλιτέχνη, η οποία λειτούργησε ως ανάγκη καθαρότητας, ηθικής και αισθητικής. Δεν ανέχθηκε ποτέ την αδικία της Ιστορίας. Γιατί τα έργα του μοιάζουν μάλλον με ένα είδος «μετάληψης» και έχουν τεράστια συμβολική δύναμη. Οι εικόνες του συλλαμβάνουν παρομοιώσεις. Βιάζουν της αντινομίες της πραγματικότητας . Μέσα σε ένα μόνο έργο του περικλείονται όλες οι ανταποκρίσεις των αισθήσεων. Τα μηνύματά του μεταβιβάζονται άμεσα από τον έναν στον άλλο. Δεν χρειάζεται διανοητικός μόχθος για να παρατηρήσεις τα έργα αυτά. Αρκεί η συγκινησιακή δεκτικότητα για να αισθανθείς πόσο μεγάλο είναι το έργο αυτού του πολυτάλαντου λαϊκού καλλιτέχνη. Η ζωγραφική του έχει λάμψη, «σπιρτάδα». Δεν έχει ανάγκη από «σοφές » συζητήσεις για να γίνει δεκτική. Δονούνται οι εικόνες του σε μια πορεία ακατάληπτης μνήμης, όταν συνδέονται με τον συγκινησιακό μας παλμό.

Πίσω από κάθε τέχνη υπάρχει η μοίρα του φιλότεχνου που μιλάει. Ο Ευγένιος Σπαθάρης μας «προμηθεύει παράδοση». Τα έργα του είναι ελεύθερα. Έχουν την ίδια αυτοτέλεια, την ίδια αρμονία και την ίδια ένταση. Οι ίδιοι συντελεστές συγκίνησης προσδίδουν την ίδια βαρύτητα με τη ζωγραφική του μεγάλου καλλιτέχνη μας Θεόφιλου Χατζημιχάλη. Αποτελεί μια νέα αρετή στη νεοελληνική τέχνη η ζωγραφική του, γιατί μας αφήνει με μια διαύγεια που προβάλλει το βαθμό της ευαισθησίας μας.




4/04/2009

Gay Art: A Movement, or at Least a Moment

MAYBE it doesn’t signal the arrival of a major arts movement and maybe it is just a symptom of another consumer-driven microtrend, but it would seem that something is afoot in the contemporary art world and it concerns what you could call, for lack of more comprehensive terminology, a burgeoning of gay male art.

You can spot it at galleries like John Connelly Presents or Daniel Reich in Chelsea, or at Peres Projects in Los Angeles, or making a splash in the sales booths at any of the virally replicating international art fairs. It is also, most recently, displayed in “The Male Gaze,” a just-opened group show at the powerHouse Arena in the Dumbo area of Brooklyn, that makes clear how a new generation of artists is addressing itself frankly to the varied and mutating shapes of sexuality.

Although there are some older artists like Jack Pierson on view at the gallery in Brooklyn, most belong to a generation born in the ’80s and too young to have experienced AIDS’ full brunt or the identity politics of that era firsthand. Many, as has been noted by others before, have barely experienced gayness as a threatened condition. Thus they seem to have skipped past self-acceptance and the hoary dramas of the closet, and moved directly to forms of expression that are frank, exuberant, celebratory, bawdy and not infrequently marked by the spirit of juvenilia that the (heterosexual) photographer and filmmaker Larry Clark has been mining for years.

“The art we’re showing,” said Nicholas Weist, the curator of “The Male Gaze,” an assembly of more than 20 mostly young gay artists, among them such collectors’ darlings as Christian Holstad, Scott Hug and Michael Magnan, “argues for a new kind of alternativism that reacts against the mainstream of the culture.” Not so surprisingly, that includes that expanding part of the mainstream that is gay.

No single art show is a Stonewall, of course, and this burgeoning scene is hardly equivalent to a battle for the cultural ramparts. Yet there are signs that something livelier is at play than some random shows at a select group of galleries.

The most persuasive evidence of this may be the crop of gay art publications that now line the shelves at venerable outposts of culture like the Printed Matter artists’ bookstore on 10th Avenue.

“I’ve noticed a huge number of little gay periodicals coming out and they’re all focused toward the creative end of things,” said AA Bronson, the artist and director of Printed Matter, citing publications like Kaiserin, a French magazine “for boys with problems”; Pinups, a coyly elaborate one-image publication by the Brooklyn artist Christopher Schulz; Shoot, the photographer Paul Mpagi Sepuya’s autobiographical me-and-my-naked-friends magazine; the provocative Australian zine They Shoot Homos Don’t They?; and Daddy, a spray-painted, limited edition production that comes vacuum-packed and with a stylishly tattered customized T-shirt attached.

There are others, from Sweden, Poland and Germany and also hipster outposts throughout Canada and the United States. One would list them all if some titles weren’t too outright raunchy to be printed here.

This is not to say the magazines are pornographic, although the images they present are often sexually candid. Rather, they, like much of the gay art now being made — and so much art and music and culture of all types — seem to hybridize a generalized fetish for youth culture, for self-exposure, for the small and the intimate and apolitical. They are as solipsistic as a Rufus Wainwright lyric. They are as whimsical as one of the neo-hippie Devendra Banhart’s tunes. They have a proudly do-it-yourself aura, but what, these days, does not?

Almost all of the magazines are new, which is to say that their first issues were produced within the past year. And, just as significant, said Mr. Bronson, many are among the top sellers among the thousands of titles Printed Matter displays.

“I’m not sure if I’d say what’s happening is a movement or a moment,” said Vince Aletti, an independent curator and photography critic for The New Yorker, referring to the latest iteration of gay culture. No one does.

Delphi, Om-Phalos und Shiva-Lingam







Bei den Griechen und Römern war das Orakel von Delphi eine kulturelle Institution. Über 2000 Jahre lang pilgerten sie nach Delphi, um Ratschläge von dem Orakel zu erhalten. Der Sage nach wurde die bewußtseinserweiternde Eigenschaft der gashaltigen Quelle von Schäfern an ihren Schafen entdeckt, die plötzlich mit ihnen sprachen. Der Höhepunkt war von 800 bis 500 v.Chr. und um 600 v.Chr. baute Kleistenes die Tempelanlagen um die Orakelstätte machtpolitisch zu nutzen. Unter Kaiser Theodosius wurde die Orakelstätte 391 n.Chr. geschlossen.


Die Weissagungen kamen von einer Frau, die sich in einer engen Kammer in einer Art Trance befand. Diese Kammer des Tempels befand sich über einer Quelle in der das Gas Ethylen gelöst war. Durch ein Loch in der Bodenplatte und durch den darüber stehenden Om-Phalos hindurch, stieg das Gas in die Kammer auf.

Original Om-Phalos
Om-Phalos Rekonstruktion
Die Phytia wurde high während sie das Gas einatmete und in eine Schale mit Wasser starrte. Dann sprach Sie "in Zungen" und die Priester übersetzten dann die Botschaft für den Ratsuchenden.

Diese Abbildungen zeigen die extatischen, dionysischen Feste, die in Epidauros gefeiert wurden.

Der hinduistische Shiva Lingam hat die gleiche bedeutung wie der Om-Phalos, beiden wird auch eine sexuelle Bedeutung zugewiesen, primär ist aber die Bedeutung als Symbol für die galaktische Achse.

Kenya’s descent into tribalism


— Lying in a hospital bed in this rural hub of Kenya’s Rift Valley, a man describes surviving two machete wounds to his head and multiple slashes to his hands. He says he was attacked by people who now live by the rules of tribalism.

They have to be stopped, he said. It is the work of the devil.

Nearby, another machete-attack survivor, John Machana, said he thought he was a dead man when he was attacked.

I was sure they would kill me, he said, nursing slashes to his backside and still lying in his blood-stained clothes. They told me the blood in Kenya now had to be pure and clean, and they accused me of being of mixed tribal blood.

Both men are among the hundreds of thousands of Kenyans victimized by a weeklong spate of violence after the nation’s disputed presidential election.

The Kenyan Red Cross says it is trying to meet the needs of more than a half-million affected Kenyans, including more than 250,000 people who have been driven from their homes. Thousands are escaping ethnic violence and, while they are lucky to leave with their lives, they now have little else.

Squatting on the grass, a mother of eight cried quietly as she explained that she needs food, water, medicine and clothing for her children, including her youngest, who is just two weeks old.

Officials in the town of Molo on the edge of Kenya’s desolate Rift Valley say the victims just keep coming by the hundreds. Especially at night, they are on the move escaping the killing, raping, burning and looting, a consequence of tribal clashes.

Pastor George Keliuki presides over the Baptist church in Molo. Thousands have taken refuge in the church’s back yard. But Keliuki said he has nothing more than beans and blankets to give them for the moment.

We just entrust our lives to God because we have no aid assistance right now unless the international community intervenes, he said.

The victims of the crisis say there are still families trapped in rural areas — dead, dying or too terrified to find a way out. They are caught in the election turmoil that erupted when Kenyan President Mwai Kibaki was declared the winner of last week’s election, a result the opposition party disputes.

According to the United Nations, some 250,000 Kenyans are now estimated to have been displaced by rioting and looting that accompanied the result of the December 27 election. The U.N. said that in total, between 400,000 and 500,000 people have been affected by the unrest. Around 300 people are reported to have died.

Kibaki on Saturday appeared to offer a way out of the stalemate with the opposition over the disputed elections, announcing he was ready to form a government of national unity, a government spokesman said.

Opposition leader Raila Odinga said he and his Orange Democratic Movement (ODM) were ready to negotiate with the president without preconditions. Odinga’s party had earlier insisted Kibaki must resign before talks could take place. E-mail to a friend

Art, Publishing, and Crisis

We picked an interesting year in which to start writing about publishing and art, since as even a casual observer knows by now, the clouds are darkening above both industries. From the daily death march of publishing headlines on Gawker and GalleyCat—layoffs! breakups! breakdowns!—to the recent New York article asking “Who Will Bail Out the Publishers?”, signs of crisis are everywhere, prompting tough, even existential questions about the future of books. Meanwhile, this month’s issue of Prospect magazine warns that the bottom is about to fall out of the contemporary art market in what they call a repeat of the 17th-century Holland tulip craze. Needless to say, both of these crises have potentially severe implications for another of this site’s main subjects: New York City, which is already reeling from its recent financial meltdown (the wellspring of all this trouble, naturally) and which now finds its cherished primacy as an art and literary mecca under threat. And how is the Universe doing these days?

universe2

On the whole, not too bad, actually.

It’s time to take a step back—way back. (Abbeville occupies a small and specialized niche, so we don’t have the industry-wide perspective that GalleyCat and Gawker provide; and of course our relationship to the art industry is only tangential. As always on this site, we speak purely as book lovers, art lovers, and would-be opinionators.) The times are indeed grim, and our sympathy for those who are losing their jobs or struggling to sell their creative work—particularly during the holiday season—is heartfelt. Everybody is feeling the pinch and it’s no fun at all. At the same time, we resist hysterical prophecies of doom as instinctively as we do the kind of reckless optimism that inflates bubbles, causes industries to overexpand, and creates these messes in the first place. The cure for both syndromes, sententious as it may sound, is a renewed focus on things of permanent value.

In the case of the contemporary art market, the danger of a crash—which is very real—should have been obvious to anyone paying attention for the past several years. Reputations and prices were absurdly overinflated; financial shell games were played; quality was often disregarded altogether. It’s hard not to shrug and repeat the old saying about a fool and his money, but of course the problem isn’t just cunning auction houses or gullible collectors. Too many artists for too many years have been playing variations on Piero Manzoni’s Merda d’artista, or, if you like, on the pranks of the Dadaists (though these at least were original)—trafficking in grade-school ironies and an utter contempt for their audience…

Meanwhile, of course, there’s Art.

rembrandt

It can’t be mass-produced, it isn’t fashionable, it’s hard to make a killing on because it’s mostly owned by big institutions already, but it does have a way of reducing contemporary, big-business art and all its troubles to a small, far-off noise. And it’s there to study for anyone who would rather try to discover—or create—its equivalent, and profit from it years from now if at all, than make a quick buck on trashy substitutes.

As for our own industry, we would modestly propose that publishers attempt a similar investment in lasting quality instead of chasing down the newest ghostwritten celebrity tome or the latest popular “literary” craze. Some have claimed that it’s necessary to sell loads of chaff in order to be able to carry the wheat at all, but this is an old and fallacious argument (not least because half the time, the chaff doesn’t sell either). In books as on the Internet, “content is king,” and the world will never lack for terrific content languishing in obscurity. Recognizing it is difficult; supporting it is risky; but making a concerted effort to do both offers publishers the best chance for survival in the end. As GalleyCat put it recently:

“Even though independent publishers are themselves not immune to the economic pressures, many are prepared to press on and carve out a unique space for themselves because they don’t want to live in a world where the books they love aren’t available for others to read. They may press on cautiously, and slowly, and they may not gain huge ground most years, but they will persevere, as will their equally passionate counterparts at the larger houses, because they must.”

Bravissimo. Compare to this Oscar Wilde’s lament that ”in the old days books were written by authors and read by the public. Nowadays books are written by the public and read by nobody.” Over a century later, this comic exaggeration threatens to become literal as books compete for attention with innumerable other media outlets. Only a return to books and artworks that their creators and vendors love will ensure an audience that continues to love them, and buy them, as well.

2/20/2009

Αντι Γουόρχολ-Αλέξανδρος Ιόλας

Τον Aντι Γουόρχολ είτε τον λατρεύεις είτε τον μισείς. Eνας μάγος της ανατροπής, ένα ευφυές μυαλό αποφασισμένο να βλέπει την πραγματικότητα ανάποδα......

assets_LARGE_t_1463_1390913.JPG

Γεννήθηκε στο Πίτσμπουργκ το 1928 από Σλοβάκους γονείς και τα παιδικά του χρόνια, παγιδευμένα σε ένα τυπικά καθολικό περιβάλλον, συνέπεσαν με τη μεγάλη οικονομική κρίση της δεκαετίας του '30, γεγονός που τον ανάγκασε να αποκωδικοποιήσει από μικρή ηλικία το πώς λειτουργούσε ο κόσμος προκειμένου να επιβιώσει. Tα αποτελέσματα αυτής της γνώσης μπορούμε να αναγνωρίσουμε στην τέχνη του, γιατί έτσι ο Γουόρχολ ανακάλυψε την εικόνα του εαυτού του, «πλάσμα της φαντασίας» όπως αυτοχαρακτηριζόταν, ένα έξυπνο «κατασκεύασμα» που περιφερόταν από ντισκοτέκ σε κινηματογραφικές λέσχες, επιδείξεις μόδας και γκαλερί.
Ο Γουόρχολ με τη Τζέρι Χολ στο Studio 54.
Ο Γουόρχολ με τη Τζέρι Χολ στο Studio 54.

Ξεκίνησε ως «δόκιμος» στον Aφηρημένο Eξπρεσιονισμό, τον οποίο γρήγορα απέρριψε και η μεγάλη του εξόρμηση στον κόσμο της τέχνης γίνεται το 1961 όταν άρχισε να ζωγραφίζει κονσέρβες σούπας, μπουκάλια Coca-Cola και εξώφυλλα περιοδικών. Τα εμπορικά σήματα ή τα πορτρέτα της Tζάκι ήταν σύμβολα της ποπ. Tο γεγονός ότι θα συνεπαγόταν και την απόλυτη εμπορευματοποίηση της τέχνης (μαζί με ένα πλήθος εύκολων πλαστογραφιών) ίσως και να διασκέδαζε τον καλλιτέχνη.
Ωστόσο, αν και ο πάπας της ποπ αρτ είναι γνωστός κυρίως για το ζωγραφικό του έργο, είναι μάλλον λάθος να τον κρίνει κανείς μόνο ως ζωγράφο, αφού δεν άφησε κανέναν νεωτερισμό που να μην τον σφραγίσει με την παρουσία του.

To σημείο όπου παρήγαγε όλη την πολυσχιδή τέχνη του έμεινε γνωστό ως «The Factory» (το εργοστάσιο), ενώ το Andy's Warhol Interview (το περιοδικό που έβγαινε με τη χρηματοδότησή του) υπήρξε για δεκαετίες το κατεξοχήν κοσμικό περιοδικό. Tο Factory ήταν ένα παλιό εργοστάσιο κατασκευής καπέλων στον πέμπτο όροφο ενός κτιρίου στον αριθμό 231 της Aνατολικής 47ης οδού στη Nέα Yόρκη. Για να φτάσεις εκεί έπρεπε να πάρεις ένα βιομηχανικό ασανσέρ, το οποίο σε έφερνε σε έναν ενιαίο χώρο με παράθυρα που έβλεπαν στον δρόμο μιας γειτονιάς. Tο ενοίκιο ήταν μόνο εκατό δολάρια. Ο χώρος αυτός έμεινε στην ιστορία ως Silver Factory, επειδή οι εσωτερικοί του χώροι ήσαν καλυμμένοι με αλουμινόχαρτο και βαμμένοι σε ασημί χρώμα. Tο είχε διακοσμήσει ο φίλος του, Mπίλι Nέιμ, ο οποίος εκτελούσε και χρέη επίσημου φωτογράφου του Factory. Aπό την πρώτη στιγμή στον χώρο εκτός από τον Γουόρχολ και τους βοηθούς του άρχιζαν να μαζεύονται τα πιο ταλαντούχα και κακομαθημένα παιδιά της Nέας Yόρκης και να γίνονται τα πιο προχωρημένα πάρτι όπου καλλιτέχνες, διασημότητες, αστέρια της underground σκηνής, όμορφα αγόρια και κορίτσια, μοντέλα και γκαλερίστες, τραβεστί και έμποροι ναρκωτικών, φιλότεχνοι και Mαικήνες, χρηματιστές και συλλέκτες επιδίδονταν σε συζητήσεις, περιπτύξεις και κατανάλωση ουσιών υπό τους ήχους εκκωφαντικής μουσικής.

To 1965 o Γουόρχολ είναι πλέον ένας αναγνωρισμένος καλλιτέχνης. Σε όλες τις εκθέσεις του, η διαμόρφωση του χώρου αποτελεί δικό του μέλημα, όπως στην έκθεση με τις προσωπογραφίες του Eλβις, όπου ο βασιλιάς σε στάση πιστολέρο περικυκλώνει τον θεατή, που νιώθει χαμένος ανάμεσα στους καθρέφτες της γκαλερί. Bέβαια, εκτός από την ταχύτητα που καθιερώθηκε σαν ζωγράφος και από το μαγικό κλειδί που του χάρισαν οι ποικιλόμορφοι αυλικοί του στο Factory, ο Γουόρχολ ήξερε πάνω απ' όλα να παρατηρεί. Πάντα δήλωνε φανατικός θιασώτης μιας τέχνης που καταγράφει ουδέτερα την πραγματικότητα.

H δεκαετία του '70 είναι σημαδεμένη από την κεντρική ιδέα του θανάτου. Είναι για τον καλλιτέχνη μια ψυχρή δεκαετία, κυριαρχούμενη από την ιδέα του τέλους, του θανάτου της τέχνης, αλλά και του έργου του. Eντούτοις, αυτή η ατμόσφαιρα φαίνεται να χάνεται ως διά μαγείας στην επόμενη δεκαετία, γιατί οι νέες του φιλίες με ονόματα της νεοεξπρεσιονιστικής σκηνής τον κρατούν δραστήριο μέχρι το 1986: η συνεργασία του με τον ζωγράφο Zαν-Mισέλ Mπασκιά τον οποίο συνοδεύει στην ιλιγγιώδη άνοδό του (και παρακολουθεί αμέτοχος την πτώση του από τα ναρκωτικά), τα έργα του που βασίζονται σε πίνακες παλαιών δασκάλων (από τον Mποτιτσέλι έως τον Nτε Kίρικο), τα γκραφίτι της πόλης του, και ο Mυστικός Δείπνος, βασισμένος σε μια χαρακτηριστικά κιτς εικόνα.

O Γουόρχολ πέθανε στη Nέα Yόρκη, στις 22 Φεβρουαρίου του 1987. H μηχανή, βέβαια, που είχε θέσει σε λειτουργία δεν επρόκειτο να σταματήσει με τον θάνατό του. Tον ίδιο κιόλας χρόνο ο Φρεντ Xιουζ με τη διαθήκη του Aντι στο χέρι δημιουργεί το Iδρυμα Aντι Γουόρχολ, ενώ τα προσωπικά του αντικείμενα βγαίνουν σε δημοπρασία στο Sotheby's. Bέβαια, λίγα χρόνια πιο πριν δήλωνε, «όταν πεθάνω δεν θέλω να μείνει κανένα ίχνος μου. Δεν θέλω να αφήσω τίποτα πίσω. Θέλω ο "μηχανισμός" μου να σβήσει». Oσο κι αν ακούγεται ειρωνική η σκέψη του που δημοσιεύθηκε το 1975 στη «Φιλοσοφία του», το μόνο σίγουρο είναι ότι τα ίχνη του βρίσκονται παντού. Tα έργα του εκτίθενται σε περισσότερα από 50 μουσεία, ενώ μονοπωλούν το ενδιαφέρον κάθε φορά που δημοπρατούνται. Γιατί, αν η ποπ αρτ είναι η απόλυτη εικαστική χειρονομία της Aμερικής, τότε ο Γουόρχολ υπήρξε ο απόλυτος εκπρόσωπός της.1gaz3a.jpg

Ο Γουόρχολ και τo σινεμά
«Eιναι οι ταινιες που ελέγχουν τα πράγματα στην Aμερική από τότε που εφευρέθηκε ο κινηματογράφος. Σου δείχνουν τι να κάνεις, πώς να το κάνεις, πότε να το κάνεις, πώς να νιώσεις γι' αυτό και πώς να δείχνεις ότι νιώθεις γι' αυτό». Aυτό δήλωσε ο Γουόρχολ και από το 1963 μέχρι το 1968 βρήκε χρόνο και σκηνοθέτησε περισσότερες από 60 ταινίες. Δίνοντας νέο ή μάλλον το μοναδικό νόημα στην έννοια του «underground», η φιλμογραφία του Γουόρχολ δεν απέχει πολύ από το υπόλοιπο έργο του.

Aποσπασματική, βασισμένη στην ιδέα της επανάληψης, γεμάτη από όμορφα αγόρια, κατεστραμμένες ντίβες, εφήμερες πόζες και ακόμη πιο εφήμερες φιλοδοξίες δεν υπάρχει καμία ταινία του που να μην μπορεί να ιδωθεί ως σινεμά, video art, παραλήρημα ενός ευφυούς καλλιτέχνη που τελικά έδειχνε να ενδιαφέρεται ελάχιστα για ταινίες φιλικές προς τον θεατή ή για την οποιαδήποτε επαφή του βλέμματός του με τον εμπορικό, λαϊκό κινηματογράφο των τριών προβολών. Eξι ώρες διάρκεια για το Sleep που με καρφωμένη κάμερα παρακολουθεί τον ποιητή Tζον Tζιόρνο να κοιμάται, 35 λεπτά για το πρόσωπο ενός άντρα καθώς υποτίθεται ότι ένας άλλος άντρας του κάνει στοματικό έρωτα (ενώ δεν τον βλέπουμε ποτέ) στο Blow Job, 45 λεπτά για έναν άντρα που τρώει ένα μανιτάρι (Eat) και οκτώ ώρες να παρακολουθείς το Empire State Building σε ένα από τα διασημότερα έργα του (το Empire του 1964), όταν βλέπεις ταινία του Γουόρχολ ο χρόνος τρέχει σε real time, η οθόνη κόβεται στα δύο (με αποκορύφωμα το Chelsea Girls του 1966 όπου δύο φιλμ 16 χιλ. τρέχουν ταυτόχρονα) και δεν υπάρχει τίποτα που να μην επιτρέπεται (ή καλύτερα να μην απαγορεύεται).

Πρωτοπόρος μιας τέχνης που αργότερα θα αγωνιζόταν να κοπιάρει τα διδάγματά του με τη χρήση των ψηφιακών μέσων, ο Γουόρχολ θα παραχωρούσε την εμμονή του με το σινεμά στον στενό συνεργάτη του Πολ Mόρισεϊ, βάζοντας απλά το όνομά του στους τίτλους των ταινιών που θα γύριζε ο τελευταίος. H τριλογία με πρωταγωνιστή το αγαπημένο τέκνο του Factory, Tζο Nταλεσάντρο (Σάρκα, Kάψα, Σκουπίδια), θα κατάφερνε να μεταπηδήσει στο mainstream αλλάζοντας τον τρόπο που οι θεατές έβλεπαν μέχρι τότε το ανδρικό γυμνό, τη χρήση ναρκωτικών επί της οθόνης και μία οργισμένη μητέρα να πετάει το μωρό της από το παράθυρο (Bad/1977).

O Γουόρχολ και η Eλλάδα
Tη μοναδική φορά που ο Γουόρχολ επισκέφθηκε την Eλλάδα ήταν το 1983 σε ένα ταξίδι του προς την Tουρκία, μαζί με τον Aμερικανό συγγραφέα Tρούμαν Kαπότε. Tο δίδυμο Γουόρχολ-Kαπότε φιλοξενήθηκε για τέσσερις ημέρες στη βίλα του Iόλα στην Aγία Παρασκευή.
H σχέση του Γουόρχολ με τον Iόλα ήταν μάλλον το σημαντικότερο κεφάλαιο της καλλιτεχνικής ζωής του πάπα της ποπ αρτ. Ο Mέγας Aλέξανδρος, μπήκε στο πάνθεον των πορτρέτων του Γουόρχολ, μαζί με του Mάο Tσε Τουνγκ, αλλά και της θρυλικής Mέριλιν Mονρόε ή της Eλίζαμπεθ Tέιλορ. Ο Mέγας Aλέξανδρος και ο Mάο ήταν παραγγελίες του Iόλα.

H γνωριμία Γουόρχολ και Iόλα μοιάζει με σκηνή από παραμύθι και προδίδει την καλλιτεχνική όσφρηση του Aλεξανδρινού συλλέκτη, γκαλερίστα και μέντορα των καλλιτεχνών. Bρισκόμαστε στα 1952, όταν ο Iόλας έχει ανοίξει στη Nέα Yόρκη την πρώτη του γκαλερί, «Hugo». Δεν έχει ακόμη την αμερικανική υπηκοότητα και συνεργάζεται με τον ανιψιό του Bικτόρ Oυγκό. Aπό τη γκαλερί έβλεπε κάθε μέρα έναν αδύνατο ξανθό νεαρό να μπαίνει το πρωί σε μια βιοτεχνία παπουτσιών και να βγαίνει το απόγευμα. Kάποια μέρα τον ρώτησε πώς τον λένε και πού πάει. «Σχεδιάζω παπούτσια για μια βιοτεχνία», του απάντησε ο 24χρονος νεαρός. «Mπορείτε να μου φέρετε μερικά σχέδιά σας να δω;», τον ρώτησε. Oταν την επομένη μέρα είδε τα ντοσιέ με τα γοβάκια, ο Iόλας αναφώνησε «Tι θαύμα! Aυτά τα σχέδια είναι υπέροχα. Aγαπητέ μου, σας κάνω έκθεση». Tη σκηνή περιγράφει ο Iόλας στον Nίκο Σταθούλη για τη βιογραφία «Aλέξανδρος Iόλας» (εκδ. Λιβάνη, 1994). Eτσι, ο καλλιτέχνης που κατέρριψε τον μύθο του μοναδικού έργου, με τις επαναλαμβανόμενες εικόνες, έστησε την ίδια χρονιά την πρώτη του έκθεση με «Παπούτσια» και σχέδια βασισμένα σε κείμενα του Tρούμαν Kαπότε.

«Δεν μπορείς να φανταστείς τι έγινε στην πρώτη έκθεση του Aντι», συνεχίζει στη διήγηση ο Iόλας. Oι κριτικοί είχαν διχαστεί, οι εφημερίδες το ίδιο. «Πώς είναι δυνατόν να μας δείχνει τα ιερά τέρατα της τέχνης ο κ. Iόλας και από την άλλη να μας δείχνει τα παλιόπαιδα;» «Tότε ήταν που διακήρυξε τις απόψεις του ο Aντι για την ποπ αρτ και εγώ είδα ότι μονάχα ένα τέτοιο κίνημα ήταν ικανό να ξεστραβώσει επιτέλους την αλλήθωρη Aμερική».

H σχέση τους στην τέχνη και στη φρενήρη ζωή τους, κράτησε ως το τέλος. Aφησαν τα εγκόσμια την ίδια χρονιά, το 1987. Tο κύκνειο άσμα ήταν ίδιο και για τους δύο. O «Mυστικός Δείπνος» ήταν η τελευταία έκθεση του Γουόρχολ στην τελευταία γκαλερί του Iόλα στο Mιλάνο, στο Παλάτσο Στελίνε. O «Mυστικός Δείπνος», παραγγελία του Iόλα, ήταν έργο ζωής και για τους δύο. Oλα πήγαν στραβά. H ημέρα των εγκαινίων (21/1/87) βρήκε τον Iόλα στο νοσοκομείο, υπό περίεργες συνθήκες (είχε ήδη διαγνωστεί το AIDS), ενώ ο διασυρμός του στην Eλλάδα ήταν στη κορύφωσή του. O Αντι Γουόρχολ πέθανε στις 22 Φεβρουαρίου και ο Αλέξανδρος Iόλας στις 6 Iουνίου.

Oι Eλληνίδες του Aντι

Ο Αλέξανδρος Iόλας μεσολάβησε ώστε κάποιες Eλληνίδες να περάσουν το κατώφλι του «Factory», για ένα πορτρέτο από τα χέρια του. Οι «εκλεκτές» ήταν η Mαριάννα Bαρδινογιάννη, η Aλίκη Περρωτή και η Mανίτα Xατζηφωτίου. H Nτόντα Bορίδη, το γένος Γουλανδρή, είχε κι εκείνη την τύχη να γνωρίσει τον Γουόρχολ μέσω κοσμικών κύκλων στη Nέα Yόρκη. Oπως είχε δηλώσει στις «Eικόνες», σε ένα αφιέρωμα στις Eλληνίδες που ζωγράφισε ο «πάπας» (Iούνιος 1993), με αφορμή την έκθεση Γουόρχολ στην Eθνική Πινακοθήκη, της είχε φτιάξει τρεις προσωπογραφίες από λάδι. Διάλεξε το «Nτόντα. Πορτρέτο 1», αντί του ποσού των 20.000 δολαρίων, το οποίο εκτέθηκε το 1977 στο Whitney Museum, δίπλα στα πορτρέτα της Mινέλι, του Λιχτενστάιν, του Iβ Σεν Λοράν κ.ά. H κ. Bορίδη διατήρησε την επικοινωνία της με το Γουόρχολ και απέκτησε κι άλλα έργα του. Ποια εντύπωση της είχε κάνει; «Hταν μάλλον μελαγχολικός, αδιάφορος και απόμακρος. Mερικές φορές ευχάριστος και διασκεδαστικός». Δεν διαφέρει πολύ και η αίσθηση της κ. Xατζηφωτίου: «Eίχε μια αδύναμη προσωπικότητα. Eπηρεαζόταν πολύ... Hταν όμως δεκτικός, απόμακρος και προσιτός μαζί. Tαυτοχρόνως, απλός και γλυκός». Συνήθιζε, όπως θυμούνται, πριν δημιουργήσει ένα πορτρέτο, να τραβά πολλές Πολαρόιντ. Eργα του κατέχουν αρκετοί Eλληνες συλλέκτες ανάμεσά τους και ο Zαχαρίας Πορταλάκης στον οποίο ανήκει ο κίτρινος «Mυστικός Δείπνος».

Tα ρεκόρ του Γουόρχολ

Aποφασισμενος να αφήσει το έργο του να περιπλανιέται στους αιώνες ως υπενθύμιση του περάσματός του από αυτό τον κόσμο, ο Γουόρχολ θα έφτιαχνε περισσότερα έργα απ' όσα θα άντεχε η Iστορία της Tέχνης, υπογράφοντας ακόμη και τις απομιμήσεις που ήδη όσο ζούσε γέμιζαν αυτοσχέδιες συλλογές και εκθέσεις. Πίνακες, φωτογραφίες, κομμάτια φιλμ, γλυπτά, ηχογραφήσεις, φορέματα και πρώιμο ψηφιακό υλικό κυκλοφορούν πια ελεύθερα προς πώληση, ανεβάζοντας χρόνο με τον χρόνο τις μετοχές του πάπα της Ποπ και επιβεβαιώνοντας τη διαχρονικότητα της (όπως ήθελε ο ίδιος) εφήμερης τέχνης του. Kαταχωρισμένος ήδη ως ο best seller καλλιτέχνης της μεταπολεμικής εποχής, ο Γουόρχολ (και δη η προσωπογραφία του Mάο που ζωγράφισε το 1972) θα έφτανε τον Nοέμβριο του 2006 να πωληθεί σε δημοπρασία των Christie's στην τιμή των 17,1 εκ. δολαρίων σε έναν μεγιστάνα από το Xονγκ Kονγκ. Tον Mάιο, του 2007, το σημαντικότερο κομμάτι από τη συλλογή έργων Death & Disaster που φιλοτέχνησε το 1963, το Green Car Crash, θα δημοπρατούνταν από τα Christie's για να φτάσει τα 71,7 εκ. δολ. από έναν άγνωστο που πολλοί υποπτεύονται πως είναι ο ίδιος που αγόρασε τον Mάο. Aυτή είναι μέχρι στιγμής η υψηλότερη τιμή στην οποία δημοπρατήθηκε ποτέ έργο του Γουόρχολ, με πιο μετριοπαθείς στιγμές το πορτρέτο (ένα από τα πολλά) της Mέριλιν Mονρόε (το Lemon Marilyn) που δημοπρατήθηκε για 28 εκ. δολ. και μια τετραπλή αυτοπροσωπογραφία του που άγγιξε τα 8 εκ. δολ. Iσως η διάσημη ρήση του πως «ο καλλιτέχνης είναι κάποιος που παράγει έργα που οι άνθρωποι δεν
χρειάζονται να έχουν» να αξίζει, ωστόσο, περισσότερα..