1/26/2011

Αφιερωμα στον Αλέξανδρο Ιόλα

Μεγάλωσα. Ήμουν στη δεύτερη δεκαετία της ζωής μου όταν γνώρισα τον Αλέξανδρο Ιόλα. Έναν Μαικήνα της τέχνης. .Ραδιούργο. Είρωνα. Οξυδερκή. Αυθάδη. Τολμηρό. Εκρηκτικό. Αδίστακτο.

Όπως ο Σωκράτης στους μαθητές του, εκμαίευε από μένα ο,τι καλύτερο. Όπως ακριβώς συνέβαινε και με τους καλλιτέχνες του. Τους οποίους ωθούσε να δημιουργήσουν συγκεκριμένα έργα τέχνης που εκείνος ΄΄ έβλεπε και ΄΄ζούσε΄΄, πριν εκείνοι αρχίσουν να δουλεύουν τα υλικά τους.

Τυχοδιώκτης. Που ανήκε στο 2050 και μετά. Φίλος. Πολυτιμότερος και από ένα πανάκριβο κόσμημα. Πνευματικός πατέρας.

Δε μου πήρε πολύ χρόνο να αναγνωρίσω τη πραγματική μεγαλοφυΐα του. Με πήγε στο Λούβρο. Στο ΜΟΜΑ. Στο Μπομπούρ. Στεκόταν μπροστά στα έργα και μου έλεγε να κοιτάξω. Η σιωπή του μου δίδαξε πολλά περισσότερα απ΄ότι θα μου έλεγε το πιο σοφό κουβεντολόι.

20 χρόνια έχουν περάσει απο τον θάνατο του μεγάλου Έλληνα που δόξασε την Ελλάδα και πέθανε στιγματισμένος, απο ... δημοσιογράφους και πολίτικούς χίλιες φορές κατώτερους του..... Την Αγγελική Νικολούλη... αστυνομική συντάκτη του Ελεύθερου Τύπου τότε, τον Αιμίλιο Λιάτσο, τον Αρη Πορτοσάλτε, τον Μάνο Χάρη, τον Γιώργο Κουρή, την Αμυ Παπαιωάννου,...και ένα τσούρμο κωλόπαιδα που γίνανε γνωστοι βρίζοντάς τον... Τότε που ο Μάνος Χατζιδάκις αντιμετώπιζε τον Αυριανισμό στο πετσί του μαζί με τον Τσαρούχη και άλλες σημαντικές προσωπικότητες της εποχής....

Ποιος όμως ήταν στην πραγματικότητα ο Αλέξανδρος Ιόλας;

Ο Αλέξανδρος Ιόλας (πραγματικό όνομα: Κωνσταντίνος Κουτσούδης) γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια το Μάρτιο του 1908. Γόνος μεγαλοαστικής οικογένειας, έδειξε από νωρίς κλίση στην μουσική και στον χορό.

Γύρω στο 1925 έρχεται στην Αθήνα με συστατική επιστολή του Κωνσταντίνου Καβάφη. Γνωρίζει από νωρίς από κοντά καλλιτεχνικές και πνευματικές προσωπικότητες της πρωτεύουσας (Άγγελο Σικελιανό, Δημήτρη Μητρόπουλο, Ναυσικά Παλαμά κ.α.). Σπουδάζει χορό με τον Βάσο και την Τανάγρα Κανέλλου.

Το 1928, βρίσκεται στο Βερολίνο όπου συνεχίζει τις σπουδές του. Με την άνοδο του Χίτλερ στην Γερμανία εγκαταλείπει την χώρα για να πάει στο Παρίσι, όπου έρχεται και σε ουσιαστική επαφή με την σύγχρονη τέχνη, μέσω των συχνών του επισκέψεων στις γκαλερί της οδού Marignan.

Εκεί πρωτοαντίκρυσε, στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ένα πίνακα του Ντε Κύρικο. Ο Ιόλας συνδέθηκε με τον καλλιτέχνη και συνεργάστηκαν αργότερα. Ο ίδιος σε μία συνέντευξή του το 1971, με αφορμή την οργάνωση της αναδρομικής έκθεσης του Μαξ Έρνστ, περιγράφει το περιστατικό: «η πρώτη φορά που μπήκε στο νού μου η επιθυμία να αποκτήσω ένα πίνακα ήταν πολύ πριν γνωρίσω τον Μαξ Έρνστ, γύρω στα 1933. Μία μέρα, στάθηκα μπροστά σε μία γκαλερί της οδού Marignan στο Παρίσι. Ένας παράξενος πίνακας είχε τραβήξει την προσοχή μου. Ήταν ένα ταμπλό του Ντε Κύρικο, το πρώτο μοντέρνο ζωγραφικό έργο που έβλεπα στην ζωή μου. Παρίστανε μία πλατεία άδεια, στην μέση ένα άγαλμα, στο βάθος ένα τρένο με το φουγάρο του που περνούσε. Τίτλος του πίνακα “Μελαγχολία”. Μπήκα στην γκαλερί και ρώτησα τί είναι αυτό; μου απάντησαν, είναι ένα αριστούργημα του Ντε Κύρικο μπορείτε να το αγοράσετε με 2.000 δολλάρια. Περνούσα από την γκαλερί δίνοντας λίγα λίγα τα χρήματα. Τελικά, ύστερα από πέντε χρόνια ο πίνακας έγινε δικός μου. Από τότε λοιπόν, με εκείνες τις συχνές επισκέψεις στην γκαλερί της οδού Marignan, αρχίζει να μου μπαίνει η ιδέα να κάνω κι εγώ κάποτε μία γκαλερί».

Τα χρόνια της Νέας Υόρκης

Στις αρχές τις δεκαετίας του 40, ο Αλέξανδρος Ιόλας βρέθηκε στην Αμερική, όπου και χόρεψε στην Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης με τον Μπαλανσίν, στο «Ορφέας και Ευριδίκη». Μετά το ατύχημα με το πόδι του, το 1944, ο Ιόλας εγκαταλείπει την χορευτική του καριέρα και στέφεται στις εικαστικές τέχνες.

Το 1946, με την οικονομική βοήθεια της Ελίζαμπεθ Άρντεν, συνεργάζεται με την Ουγκό Γκάλερι (ιδιοκτήτης αρχικά ο Ουγκό, ζωγράφος και εγγονός του Βίκτωρος Ουγκό).

Στο διάστημα αυτό παρουσιάζει για πρώτη φορά στην Αμερική ατομικές εκθέσεις των: Μαξ Έρνστ (1946), Ρενέ Μαγκρίτ (1947), Βίκτορ Μπράουνερ (1947) αλλά και την πρώτη ατομική έκθεση του Άντυ Γουόρχολ (Ιούνιος 1952, με μία σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε). Το 1953 ο Ιόλας γίνεται αποκλειστικός ιδιοκτήτης της γκαλερί στην Νέα Υόρκη, οπότε και ονομάζεται «Ιόλας Γκάλερι».

Ο γλύπτης Takis εκθέτει για πρώτη φορά στην Αμερική, στην γκαλερί του Ιόλα (Νοέμβριος 1961). Η συνεργασία αυτή κράτησε μέχρι το 1976.

Ατομικές εκθέσεις στην γκαλερί του Ιόλα, στην Αμερική, πραγματοποιούν η Νίκι Ντε Σανφάλ (1962) και ο Τινγκελί (1962).

Ήδη από την δεκαετία του 50, η γκαλερί έχει καθιερωθεί στην Αμερική. Ο Ιόλας οργανώνει επίσης σημαντικές συλλογές, όπως η συλλογή Ντε Μενίλ, και Σλαμπερζέ.

Επιστροφή στην Ευρώπη

Οι δραστηριότητές του επεκτείνονται και στην Ευρώπη με το άνοιγμα της γκαλερί στην Γενεύη, το 1963. Η γκαλερί εγκαινιάζεται με την έκθεση του Μαξ Έρνστ, ενώ ακολουθεί η έκθεση του Ρενέ Μαγκρίτ.

Στο Παρίσι, τα εγκαίνια της γκαλερί (196, Bd St Germain, όπου βρίσκεται η γκαλερί Ντενίς Ρενέ) έγιναν και πάλι με την έκθεση του Μαξ Ερνστ (Μάιος 1964), ενώ η γκαλερί χαρακτηρίζεται από τον καλλιτεχνικό τύπο ώς «η πιό δραστήρια γκαλερί στο Παρίσι».

Οι πιο πρωτοποριακοί καλλιτέχνες της εποχής όπως οι Τakis, Ζαν Τινγκελί, Υβ Κλάιν, Μαρτιάλ Ραϊς, Νίκι Ντε Σαν Φαλ, Ζαν Πιέρ Ρενώ, Κλόντ & Φρανσουά-Ξαβιέρ Λαλάν, Μαξ Ερνστ, Ντένις Όπενχάιμ, Ρενέ Μαγκρίτ, Φοτριέ, Βολς, Μάττα, Λεονόρ Φινί, Ντοροθέα Τάνινγκ, εκθέτουν στην γκαλερί του Ιόλα.

Το 1965 ανοίγει την τρίτη γκαλερί του ο Ιόλας στο Μιλάνο (μεταξύ άλλων πρώτη ατομική έκθεση του Πίνο Πασκάλι 1967, και συνεργασία με τον Γιάννη Κουνέλη το 1968), ενώ ακολουθεί και η γκαλερί στην Μαδρίτη.

Παράλληλα οργανώνει εκθέσεις Ελλήνων καλλιτεχνών σε όλες του τις γκαλερί των Γκίκα, Τσαρούχη, Φασιανό, Τσόκλη, Ακριθάκη, Μπουτέα, Μαρίνας Καρέλλα, Παύλου, Λαζόγκα και πολλών άλλων.

Η οργάνωση των εκθέσεων και η δημιουργία των γκαλερί θεωρείται υποδειγματική, ενώ το αρχείο του Ιόλα στην γκαλερί του Παρισιού χαρακτηρίζεται ώς «πραγματικό χρυσορυχείο για τον ιστορικό της τέχνης», αφού όπως διηγείται, το 1969, η Βάσια Καρκαγιάννη - Καραμπελιά, «πουθενά αλλού δεν βρήκα τέτοιο πλούτο στοιχείων συμπεριλαμβανομένης και της βιβλιοθήκης του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης».

Εκδοτική Δραστηριότητα

Στις πραγματικές δραστηριότητες του Ιόλα θα πρέπει να προστεθεί και το πλούσιο εκδοτικό του έργο. Οι περισσότερες εκθέσεις των καλλιτεχνών που συνοδεύονται από πολυτελείς καταλόγους των οποίων οι πρόλογοι υπογράφονται από ονόματα όπως ο Αντρέ Μπρετόν («Le Sens Propre» στον κατάλογο της έκθεσης του Ρενέ Μαγκρίτ, Νοέμβριος - Δεκέμβριος 1964), Πιέρ Ρεστανί («Une Aventure Prométhéenne Au Service D’une Intuition Cosmique» στον κατάλογο της έκθεσης «Yves Klein» τον Απρίλιο 1965), Jean Clay («Les Magnétrons De Takis», στον κατάλογο της έκθεσης «Takis 1966»), Αλέν Ζεφρουά («Le Télémagnetisme De Takis», στον κατάλογο των εκθέσεων «Takis, Dix Ans De Sculpture, 1954 - 1964», 1964), Πόντους Χάλτεν («Mela II», στον κατάλογο της έκθεσης του Ζαν Τιγκελί, Νέα Υόρκη, Μάρτιος 1965)

Ο Αλέξανδρος Ιόλας έχει εκδόσει επίσης και ποιητικές συλλογές καλιτεχνών (Μαξ Ερνστ, Lieux Communs Décervelages, Αλ. Ιόλας 1971) σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων, τα οποία σήμερα αποτελούν πραγματικά συλλεκτικά κομμάτια. Επίσης το 1985 εξέδωσε το ποίημα του Νομπελίστα ποιητή Οδυσσέα Ελύτη: «Ο Κήπος Βλέπει» με σχέδια του ζωγράφου Πέτρου.

Όπου το έκρινε απαραίτητο συνόδευε ο ίδιος τις εκθέσεις με δικό του πρόλογο, όπως στην τελευταία έκθεση του Ρενέ Μαγκρίτ («The Eight Sculptures», Al. Iolas, 1968).

Τα Τελευταία Χρόνια

Ο Ιόλας έλεγε συχνά ότι θα έκλεινε τις γκαλερί του όταν θα πέθαινε ο Μαξ Ερνστ (1976). Στη δεκαετία του ΄70 ο Ιόλας κλείνει πράγμετι όλες τις γκαλερί του- με τελευταία εκείνη του Μιλάνου, το 1976.

Απο το 1971, είχε επικεντρώσει όλες τις δραστηριότητές του στην ίδρυση ενος μουσείου Συγχρονης Τέχνης στην Ελλάδα, ενω ίδρυσε απο κοινού με τον αντικέρ Τάσο Ζουμπουλάκη, τη Γκαλερι Ζουμπουλάκη, με αποτέλεσμα να οργανωθούν για πρωτη φορά στην Αθήνα, εκθέσεις των Μαξ Έρνστ, Ρενέ Μαγκρίτ και Τζόρτζιο ντε Κύρικο.

Ενώ ειχε δωρίσει πολλα έργα τέχνης στο Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης και είναι ένα απο τα ιδρυτικά μέλη του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης στο Centre Georges Pompidou του Παρισιού, οι προσπάθειές του για την ίδρυση του Μουσείου, συναντούν πολλές δυσκολίες στην Ελλάδα, ενω για εντελώς ανεξήγητους λόγους ξεκινά ενα κύμα πρωτοφανούς διασυρμού του απο τα Μεσα Μαζικής Ενημέρωσης της εποχής.

Ενα μέρος της συλλογής του Αλέξανδρου Ιόλα-44 έργα- καταλήγει παρ΄ολα αυτά στο Μακεδονικο Μουσείο Σύχγρονης Τέχνης στη Θεσσαλονίκη.

Τον Μάρτιο του 1984 συνάπτει συμφωνητικό με τον βιογράφο του Νίκο Σταθούλη για τη συγγαφή της βιογραφίας του.

Τον Μαρτιο του 1985, χαρίζει στο Δήμο Αγιας Παρασκευής 4 στρέμματα προκειμένου να δημιουργηθει ένα Πάρκο της Τέχνης για τα παιδιά του Δήμου, ενώ παραγγέλνει στους καλλιτέχνες του ανάλογα έργα.

Ένα χρόνο πριν πεθάνει, αποφασίζει να ανοίξει έναν ακόμη εκθεσιακό χώρο στο Μιλάνο, ο οποίος εγκαινιάζεται στις αρχές του 1987, με τον «Μυστικό Δείπνο» του Άντι Γουόρχολ, οπου έμελε να είναι και για τούς δυο το Κύκνειο Άσμα τους.

Σε όλη τη διάρκεια της πολύχρονης καριέρας του , ο Ιόλας διατήρησε στενές φιλικές σχέσεις με τους περισσότερους συνεργάτες του. Ο Μαξ Έρνστ στη μεγάλη αναδρομική έκθεση στο Παρίσι το 1971, δήλωσε «Την επιτυχία αυτή την οφείλω στον Αλέξανδρο Ιόλα και τον ευχαριστώ».

Ο Ρενε Μαγκρίτ εξηγεί τη σταθερότητα της συνεργασίας τους ως εξής: «Ο Αλέξανδρος Ιόλας αγοράζει απο το τέλος του Πολέμου, σχεδον όλη τη παραγωγή μου, σε μια περίοδο οπου το έργο μου δεν εύρισκε ουσιαστικούς αγοραστές».

Το ποτρέτο του Αλέξανδρου Ιόλα έχει φιλοτεχνηθεί από τον Ρενέ Μαγκρίτ, τον Μπαλτίς, τον Τζόρτζιο ντε Κύρικο, τον Άντι Γουόρχολ τη Λεονόρ Φινί , 1956, όπου παρουσιάζεται ο Ιόλας ως χορευτής κλασσικού μπαλέτου.

Ο Αλέξανδρος Ιόλας πέθανε τον Ιούνιο του 1987.

1/25/2011

Γιαννης Αλαφούζος-Θανος Βερέμης

Έχει πλάκα αυτό το ντουέτο.. Σκαρφίζονται πολλά... Ετσι είναι η αργυρώνητη επιστημοσύνη.... Τρομάρα τους...
Διαβάζω στα ιστολόγια...

Μεγάλοι και μικροί Έλληνες..

Posted by sofistis στο Τρίτη, 19, Μαΐου, 2009

Απερίγραπτος τραγέλαφος το ριάλιτι του Σκάι! Σε πείσμα κάθε επιστήμης και λογικής και ανακατεύοντας σκόρδα με φράουλες, βούρτσες με λούτσες, εποχές, πολιτισμούς, γιατρούς, φιλοσόφους, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, πολιτικούς, ποδοσφαιριστές, δικτάτορες, ο Σκάι επισφράγισε χθες την ισοπέδωση των όποιων αξιών απόμειναν σε αυτή τη χώρα και ανέδειξε τους «μεγαλύτερους» Έλληνες όλων των εποχών μικραίνοντας ακόμα περισσότερο τους υπόλοιπους..

Δεν με εξέπληξε η απίστευτη αμετροέπεια αυτού του σταθμού. Ενώ από τη μια μεριά επιδεικνύει μια καλή δραστηριότητα σε θέματα περιβάλλοντος (επίσης ξεπερνώντας κάθε μέτρο) από την άλλη, είναι ο μοναδικός «σοβαρός» σταθμός στη χώρα που παρουσιάζει πορνό και σκληρές μεταμεσονύκτιες τσόντες.. Εκεί που πολιτικά νομίζει κανείς ότι έχει μια άποψη, ξαφνικά και στα καλά καθούμενα, την κάνει «γυριστή» και από νεοδημοκράτης γίνεται πασόκος και τούμπαλιν, αναλόγως βεβαίως τα τρέχοντα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του.. Ουαί και αλίμονο δε, αν κάποιος περιπέσει στην αντιπάθεια του αφεντικού. Ολημερίς και ολονυχτίς θα βομβαρδίζεται ανελέητα με διάφορα «σποτάκια» και μάλιστα δια χειρός του ιδίου, μέχρι πλήρους εξοντώσεως..

Μεγάλοι Ελληνες..

Μεγάλοι Ελληνες..

Εκείνο όμως που με εξέπληξε πραγματικά είναι όλοι αυτοί οι «σοβαροί» καθηγητές, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες, οι οποίοι, παίζοντας στην κυριολεξία τον ρόλο του «πανελίστα» σε φτηνό «μεσημβρινάδικο», νομιμοποίησαν την ισοπέδωση αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι ο μεγαλύτερος έλληνας όλων των εποχών στον οποίο υποκλίνονται είναι η τηλεόραση.. Επιστημονικός σύμβουλος όλων αυτών, ο περιβόητος πρόεδρος του ινστιτούτου της παιδείας μας Μεγάλοι και μικροί Έλληνες..

Posted by sofistis στο Τρίτη, 19, Μαΐου, 2009

Απερίγραπτος τραγέλαφος το ριάλιτι του Σκάι! Σε πείσμα κάθε επιστήμης και λογικής και ανακατεύοντας σκόρδα με φράουλες, βούρτσες με λούτσες, εποχές, πολιτισμούς, γιατρούς, φιλοσόφους, καλλιτέχνες, στρατιωτικούς, πολιτικούς, ποδοσφαιριστές, δικτάτορες, ο Σκάι επισφράγισε χθες την ισοπέδωση των όποιων αξιών απόμειναν σε αυτή τη χώρα και ανέδειξε τους «μεγαλύτερους» Έλληνες όλων των εποχών μικραίνοντας ακόμα περισσότερο τους υπόλοιπους..

Δεν με εξέπληξε η απίστευτη αμετροέπεια αυτού του σταθμού. Ενώ από τη μια μεριά επιδεικνύει μια καλή δραστηριότητα σε θέματα περιβάλλοντος (επίσης ξεπερνώντας κάθε μέτρο) από την άλλη, είναι ο μοναδικός «σοβαρός» σταθμός στη χώρα που παρουσιάζει πορνό και σκληρές μεταμεσονύκτιες τσόντες.. Εκεί που πολιτικά νομίζει κανείς ότι έχει μια άποψη, ξαφνικά και στα καλά καθούμενα, την κάνει «γυριστή» και από νεοδημοκράτης γίνεται πασόκος και τούμπαλιν, αναλόγως βεβαίως τα τρέχοντα συμφέροντα της ιδιοκτησίας του.. Ουαί και αλίμονο δε, αν κάποιος περιπέσει στην αντιπάθεια του αφεντικού. Ολημερίς και ολονυχτίς θα βομβαρδίζεται ανελέητα με διάφορα «σποτάκια» και μάλιστα δια χειρός του ιδίου, μέχρι πλήρους εξοντώσεως..

Μεγάλοι Ελληνες..

Μεγάλοι Ελληνες..

Εκείνο όμως που με εξέπληξε πραγματικά είναι όλοι αυτοί οι «σοβαροί» καθηγητές, δημοσιογράφοι και καλλιτέχνες, οι οποίοι, παίζοντας στην κυριολεξία τον ρόλο του «πανελίστα» σε φτηνό «μεσημβρινάδικο», νομιμοποίησαν την ισοπέδωση αποδεικνύοντας για άλλη μια φορά ότι ο μεγαλύτερος έλληνας όλων των εποχών στον οποίο υποκλίνονται είναι η τηλεόραση.. Επιστημονικός σύμβουλος όλων αυτών, ο περιβόητος πρόεδρος του ινστιτούτου της παιδείας μας Θάνος Βερέμης, ο οποίος θα μείνει πλέον στην ιστορία ως ο καθηγητής που δίδαξε ότι προς χάριν της ανωτέρας δύναμης που λέγεται τηλεόραση, τα πάντα μπορούν να συγκριθούν, ακόμα και τα ανόμοια..

Αυτά ψήφισε ο λαός, απαντούν οι δράστες με αναίδεια κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι μερικά πράγματα δεν βγαίνουν στο κλήρο και στο σφυρί της ψηφοφορίας. Δεν είναι Δημοκρατία να μπαίνουν σε ψηφοφορία τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το γεγονός ότι η γη γυρίζει.. Η ισοπέδωση δεν είναι Δημοκρατία αλλά καθημερινός φασισμός. Μάζα, ομοιομορφία, ομογενοποίηση, ευθύγραμμη σκέψη, εξάλειψη κάθε διαφορετικότητας και ανάδειξη του ενός, του αρχηγού, ως του σημαντικότερου όλων! Το άδηλο μήνυμα είναι σαφές. Όλοι στο ίδιο τσουβάλι και ο Σκάι ο σημαντικότερος!

Βεβαίως είναι γνωστό ότι τέτοιου είδους “ψηφοφορίες” είναι διάτρητες και γελοίες από κάθε πλευρά και ανήκουν στα γνωστά κόλπα του μάρκετινγκ για την προώθηση προϊόντων όπως του συγκεκριμένου τηλεοπτικού ριάλιτι. Για παράδειγμα όλοι μας γνωρίζουμε πάρα πολλούς που ψήφισαν για πλάκα γνωστά “ψώνια”. Όμως, ας τολμήσει κάποιος να βγεί στον δρόμο και να ρωτήσει στα σοβαρά αν σημαντικότερος Ελληνας είναι ο Αριστοτέλης ή ο Ζαγοράκης.. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την ποδοσφαιρική ένταξη αλλά και από την ευγένεια και την κατανόηση που θα δείξει ο ερωτώμενος..

Ζούμε στην εποχή της ασημαντότητας όπως έλεγε και ο Καστοριάδης.. Και ενώ δεν υπάρχει και φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει ορισμός για το τι είναι σημαντικό, το ασήμαντο και το τίποτα βρίσκουν την ευκαιρία για να κυριαρχούν παντού. Στην πολιτική, στα μίντια και ιδιαιτέρως στην τηλεόραση ο νόμος της οποίας είναι αμείλικτος. Αν βάλεις δίπλα στο σημαντικό το ασήμαντο, τότε η εικόνα θα λειτουργήσει όπως τα συγκοινωνούντα δοχεία. Το πιο γεμάτο, το σημαντικό, θα κατέβει για να ανέβει το άδειο, το ασήμαντο. Με αυτόν τον μηχανισμό η τηλεόραση αποτελεί μία τεράστια βιομηχανία καθημερινής μεταποίησης του ασήμαντου και του τίποτα σε σημαντικό και αντιστρόφως του σημαντικού σε ασήμαντο.

Από αυτόν το νόμο της τηλεόρασης δεν γλιτώνετε φυσικά ούτε και σεις κύριε Βερέμη, ούτε και όλοι εσείς οι «επιτυχημένοι» και σημαντικοί της κοινωνίας μας, οι «σοβαροί» δημοσιογράφοι, καθηγητές και καλλιτέχνες που νομιμοποιήσατε αυτήν την χυδαιότητα.. Μπορεί να κατεβάσατε την στάθμη του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στο επίπεδο σας, εσείς όμως δεν ανεβήκατε. Στα μάτια όλων μας μικρύνατε ακόμα περισσότερο..
Και για την ιστορία, ιδού οι δέκα πρώτοι κατά σειρά «ψήφου»

Αλέξανδρος

Παπανικολάου

Κολοκοτρώνης

Καραμανλής

Σωκράτης

Αριστοτέλης

Βενιζέλος

Καποδίστριας

Πλάτωνας

Περικλής

ΥΓ. Παρά λίγο να δημιουργηθεί και «εθνικό πρόβλημα» με τα «παιχνίδια» του Σκάι. Φαντάζεστε τι θα είχε να πει ανά τον κόσμο η σκοπιανή προπαγάνδα, αν οι ίδιοι οι Έλληνες δεν «ψήφιζαν» πρώτο τον Αλέξανδρο; , ο οποίος θα μείνει πλέον στην ιστορία ως ο καθηγητής που δίδαξε ότι προς χάριν της ανωτέρας δύναμης που λέγεται τηλεόραση, τα πάντα μπορούν να συγκριθούν, ακόμα και τα ανόμοια..

Αυτά ψήφισε ο λαός, απαντούν οι δράστες με αναίδεια κάνοντας πως δεν καταλαβαίνουν ότι μερικά πράγματα δεν βγαίνουν στο κλήρο και στο σφυρί της ψηφοφορίας. Δεν είναι Δημοκρατία να μπαίνουν σε ψηφοφορία τα ανθρώπινα δικαιώματα ή το γεγονός ότι η γη γυρίζει.. Η ισοπέδωση δεν είναι Δημοκρατία αλλά καθημερινός φασισμός. Μάζα, ομοιομορφία, ομογενοποίηση, ευθύγραμμη σκέψη, εξάλειψη κάθε διαφορετικότητας και ανάδειξη του ενός, του αρχηγού, ως του σημαντικότερου όλων! Το άδηλο μήνυμα είναι σαφές. Όλοι στο ίδιο τσουβάλι και ο Σκάι ο σημαντικότερος!

Βεβαίως είναι γνωστό ότι τέτοιου είδους “ψηφοφορίες” είναι διάτρητες και γελοίες από κάθε πλευρά και ανήκουν στα γνωστά κόλπα του μάρκετινγκ για την προώθηση προϊόντων όπως του συγκεκριμένου τηλεοπτικού ριάλιτι. Για παράδειγμα όλοι μας γνωρίζουμε πάρα πολλούς που ψήφισαν για πλάκα γνωστά “ψώνια”. Όμως, ας τολμήσει κάποιος να βγεί στον δρόμο και να ρωτήσει στα σοβαρά αν σημαντικότερος Ελληνας είναι ο Αριστοτέλης ή ο Ζαγοράκης.. Η απάντηση θα εξαρτηθεί από την ποδοσφαιρική ένταξη αλλά και από την ευγένεια και την κατανόηση που θα δείξει ο ερωτώμενος..

Ζούμε στην εποχή της ασημαντότητας όπως έλεγε και ο Καστοριάδης.. Και ενώ δεν υπάρχει και φυσικά δεν μπορεί να υπάρξει ορισμός για το τι είναι σημαντικό, το ασήμαντο και το τίποτα βρίσκουν την ευκαιρία για να κυριαρχούν παντού. Στην πολιτική, στα μίντια και ιδιαιτέρως στην τηλεόραση ο νόμος της οποίας είναι αμείλικτος. Αν βάλεις δίπλα στο σημαντικό το ασήμαντο, τότε η εικόνα θα λειτουργήσει όπως τα συγκοινωνούντα δοχεία. Το πιο γεμάτο, το σημαντικό, θα κατέβει για να ανέβει το άδειο, το ασήμαντο. Με αυτόν τον μηχανισμό η τηλεόραση αποτελεί μία τεράστια βιομηχανία καθημερινής μεταποίησης του ασήμαντου και του τίποτα σε σημαντικό και αντιστρόφως του σημαντικού σε ασήμαντο.

Από αυτόν το νόμο της τηλεόρασης δεν γλιτώνετε φυσικά ούτε και σεις κύριε Βερέμη, ούτε και όλοι εσείς οι «επιτυχημένοι» και σημαντικοί της κοινωνίας μας, οι «σοβαροί» δημοσιογράφοι, καθηγητές και καλλιτέχνες που νομιμοποιήσατε αυτήν την χυδαιότητα.. Μπορεί να κατεβάσατε την στάθμη του Σωκράτη, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη στο επίπεδο σας, εσείς όμως δεν ανεβήκατε. Στα μάτια όλων μας μικρύνατε ακόμα περισσότερο..
Και για την ιστορία, ιδού οι δέκα πρώτοι κατά σειρά «ψήφου»

Αλέξανδρος

Παπανικολάου

Κολοκοτρώνης

Καραμανλής

Σωκράτης

Αριστοτέλης

Βενιζέλος

Καποδίστριας

Πλάτωνας

Περικλής

ΥΓ. Παρά λίγο να δημιουργηθεί και «εθνικό πρόβλημα» με τα «παιχνίδια» του Σκάι. Φαντάζεστε τι θα είχε να πει ανά τον κόσμο η σκοπιανή προπαγάνδα, αν οι ίδιοι οι Έλληνες δεν «ψήφιζαν» πρώτο τον Αλέξανδρο;

1/23/2011

Bloomberg News: Sotheby’s Contemporary Art Sale
Warhol’s ‘200 One Dollar Bills’ Fetches $43.8 Million in N.Y.

By Lindsay Pollock and Philip Boroff
— An Andy Warhol painting of 200 dollar bills was sold for $43.8 million at a New York art auction by London-based art collector Pauline Karpidas, more than 100 times what she paid in 1986.

Five bidders vied for Warhol’s 1962 “200 One Dollar Bills” at the Sotheby’s sale last night and it went to an unidentified phone buyer. The 7 1/2-foot wide silkscreen canvas comprises repetitive images of one-dollar bills, reproduced in tones of black on grey, with a blue Treasury seal. Karpidas offered the work, according to two people familiar with the situation. She paid $385,000 for the painting at a 1986 Sotheby’s sale.

“We’ve seen nothing like this recently,” said New York dealer Tony Shafrazi. “This is a masterpiece.”

Competition for the Warhol painting was the highlight of the sale and underscored returning buying confidence to the art market, pummeled a year ago by the world financial crisis. The auction, which started three hours after the Standard & Poor’s 500 Index closed at a 13-month high, tallied $134.4 million, against the company’s high estimate of $97.7 million, with just two of the 54 lots unsold.

On Tuesday, Christie’s International’s sale took $74.2 million as 85 percent of lots found buyers. Last night’s results prompted some dealers to proclaim the end of the market slump.

“The art vacation is over,” said New York art dealer Jack Tilton, commenting on the Sotheby’s auction. “Art has come back more than stocks or housing.”

Lowered Estimates

Others, including art adviser Todd Levin, ascribed the high selling rates to the lowered estimates on lots. Sotheby’s total yesterday paled against the company’s May 2008 record tally of $362 million.

“The auction houses got realistic quickly enough,” said Levin. “Estimates have come down 50 to 75 percent; expectations have been lowered to such a degree that everything looks rosy.”

The fashion designer Valentino Garavani bought David Hockney’s painting “California Art Collector” for $7.9 million and the Jean Dubuffet sculpture “Clochepoche” for $1.1 million at yesterday’s auction, which he declared “bellissima,” Italian for “beautiful.” Michael Ovitz and hedge-fund manager Thomas Sandell were also at the sale.

Another winner was Warhol’s radiant 1965 red and green “Self Portrait,” which sold for $6.1 million to London jeweler Laurence Graff, against a $1.5 million high estimate. The painting was a gift from Warhol to Cathy Naso, a former receptionist at the artist’s drug- and sex-addled Factory, who had owned the painting since 1967. She kept it in the closet for 42 years for safekeeping, according to Sotheby’s.

Slow Start

The sale got off to a slow start, with 20 lots from the estate of an Ohio couple. Mary Schiller Myers and Louis S. Myers’s collection tallied $24.5 million and included Alice Neel’s 1970 “Jackie Curtis and Rita Red,” depicting a striking pair of cross-dressers, which sold for an artist auction of $1.65 million, triple the high estimate.

The sale also included four lots that Dutch financier Louis Reijtenbagh was selling anonymously. The collector settled lawsuits with banks earlier this year and sold $58.5 million of art at Sotheby’s evening Impressionist and modern sale last week.

One of Reijtenbagh’s offerings, Jean-Paul Riopelle’s “Filets Frontiere,” estimated to sell for up to $1.2 million, was pulled before the sale, at the financier’s request.

Dubuffet’s child-like painting of Paris, the 1961 “Trinite Champs-Elysees,” which Reijtenbach paid $5.2 million for at Sotheby’s in New York in May 2006, fetched an artist auction record of $6.1 million.

“The auction speaks for itself,” said Chicago collector Stefan Edlis, after Sotheby’s sale. “Collectors are suddenly more willing to part with their money.”

Andy Warhol

In 1975, Andy Warhol said, “Before I was shot, I always thought that I was more half-there than all-there — I always suspected that I was watching TV instead of living life. Right when I was being shot and ever since, I knew that I was watching television.” There is a constant dual narrative with Warhol between reality and fantasy, the physical and the mechanical, the life lived and the life watched on a screen, and what this quote sums up is that Warhol, in the end, found it all to be one in the same. This exhibit of Warhol’s late work, Andy Warhol: The Last Decade, is no exception to the contradictions and in fact reveals just about as much as it obscures.
Looking In the Shadows

Andy Warhol, “Self-Portrait” (1986). Mugrabi Collection. © 2010 The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc./Artists Rights Society (ARS), NY (via BrooklynMuseum.org) (click to enlarge)

The first gallery is covered with repeating images of a cartoonish self-portrait on purple wallpaper. And you think … well, I did anyway … “There is the Warhol I know and love!” However, upon closer inspection, the works adorning the walls, such as “Self Portrait (Strangulation)” (1978) and “Self Portrait with Skull” (1978), form a drastic change in subject matter from the sixties. This is not the Warhol from the sixties which is one of the many reasons why this period is so significant and why this is not just another Warhol exhibit. Presenting Warhol’s treatment of his own death is a very clear way of presenting this to the unsuspecting museumgoer right off the bat.

This is the first time such an extensive exhibition has tackled Warhol’s late works, it is a period during which he created over 3,500 new works. This is an awkward period to treat because it is so expansive and it might be easy to suggest that his talent was waning and that he was trying to too hard. The exhibit doesn’t portray this frenzy in its numbers (of the 3,500 only approx 50 are present) but in the speed in which he ate up and served out styles.

We see Warhol’s undertaking of abstraction in which he is very successful. The abstract lends itself more readily to the ephemeral and to otherworldliness, so it is no wonder that figurative artists often flirt with abstraction towards the end of their lives (think Titian, Cézanne, Bonnard, and Monet). There are a couple works from Warhol’s abstract Oxidation series in which the canvas is primed with copper-based paint and then is urinated on by either Warhol himself or other people in the Factory. Surprisingly, the effect is quite beautiful. The wall text explains that these series are evidence of his fascination with and envy of the Abstract Expressionists. We see his fascination with these artists on several occasions during the exhibit but I do not, however, agree that Warhol was envious.

Andy Warhol, “Oxidation Paintings (in 12 parts)” (1978), Acrylic and urine on linen, 48x49 inches. Lent by the Andy Warhol Museum, Pitssburgh, Founding Collection, Contribution The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. (via BrooklynMuseum.org) (click to enlarge)

This gesture, urinating on the canvas, recalls a painting by Francis Bacon, “Blood on Pavement” (1988), which looks similar to a late Rothko, split into several, horizontal bands of color and yet in the center is a smear of red paint. Some believed that this was Bacon’s way of saying, “Just by smearing red paint on the canvas and calling it blood, my painting has more emotion than your hazy, abstract forms will ever possess.” Warhol’s “piss-paintings” — to steal a common nickname used to describe the works — seem to work in the same way. Pollock, Kline, de Kooning and others inserted themselves, visually, into their works. The Oxidation series seemed to say, you want gesture? You want physical presence? You want the mark of the artist?! I’ll show you the mark of the artist! Warhol’s other abstractions in the gallery as just as mysterious and handsome as the Oxidation series despite being sans bodily fluids.

The next room is filled with his Yarn (1983) series, paint with silk-screens, and Pollock on acid. He takes the very deliberate and forceful gesture of Pollock, freezes it, and turns it into rainbow doodles. In the same room are his Egg (1982) series that recall enlarged fragments of Larry Poons’s work. Warhol clearly had a fascination with the Abstract Expressionists, but envy had nothing to do with it. He isn’t making fun but having fun, taking something very serious and deep and exploring it in the flatest way possible, erasing any sense of physical depth.
Connecting With the World

The exhibition includes a group of paintings that Warhol collaborated on with artists Jean Michel Basquiat and Francesco Clemente. The style of each artist complements Warhol’s art very well, so when they visually overlap and converse it is attractive. It is easy to pick out the marks of each artist, but not in a way that makes the work distracting or disjointed. More so, it heightens each artist’s approach and productively revealed the influences they had on one another.

Not touched upon here in this article, but laced throughout the exhibit, are videos of the various recordable ventures Warhol took through the last decade. He produced several TV programs, including Fashion: The Express and the Commissioner (1980) and Andy Warhol’s Fifteen Minutes (1985), they not only provide a visual break from the continuous paint-on-canvas work in the exhibit, but present the work Warhol was doing outside of painting during this time.

Warhol was such an enigmatic character that no wall text will be able to explain him fully. And with an exhibit this expansive and diverse, it can be difficult to make sense of it all but the catalogue provides a strong foundation to fully profit from the show. It productively adds to the thousands of pounds of ink that has been written about Warhol. Joseph D. Ketner II does a wonderful job of both critically discussing the works and examining the persona of Warhol during this late period.

Andy Warhol with Jean-Michel Basquiat in 1986 (screenshot via YouTube)

Warhol’s Rorschach paintings came about in a typical Warhol fashion, he asked around to as what he should paint and one day someone suggested the Rorschach ink blocks. The paintings themselves appear flat opposed to the wall text description that they evoke “deep mysteries lurking beneath the surface.” I do think many of Warhol’s abstractions induce deeper sentiments than what remains on the surface of the canvas, but let’s not push it — these do not. There is a nice conceptual layer to them however; the idea that the supposed patient viewing the forms is evaluated on their responses to them … but who is evaluating me?

During my second visit to the exhibit, I encountered what may be evidence of the exorbitant copyright laws of the Andy Warhol Foundation, a security guard told me that I wasn’t allowed to take notes. As in, whatever I was writing down on my little pad of paper, I had to stop. I questioned, “I’m not allowed to … take notes?” “Not with this exhibit,” she replied. While no other security guard had a problem with my, supposedly, blatant infringement of the King of Appropriation’s foundation copyright laws, it would be interesting to know where the fire is to this smoke.

The last two galleries contain the religious pieces that Warhol completed towards the end of his life. And to be honest, they are very impressive. “The Last Supper” (1986) (only shown at Fort Worth and now Brooklyn. Sorry, Baltimore and Milwaukee, you missed out!) uses his tried and true technique of repetition. The Last Supper series, for which he made over a hundred variations, was a commission for the inaugural exhibit at Alexander Iolas’s new Milan gallery, located across the street from Leonardo de Vinci’s “Last Supper” fresco.

Andy Warhol (American, 1928–1987). The Last Supper, 1986. Acrylic and silkscreen ink on linen, 116 x 390 in. (294.6 x 990.6 cm). The Andy Warhol Museum, Pittsburgh; Founding Collection, Contribution The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts, Inc. © 2010 The Andy Warhol Foundation for the Visual Arts/Artists Rights Society (ARS), New York (via BrooklynMuseum.org) (click to enlarge)

I thought it was amusing. A presentation of the Big C, the man himself, complete with motorcycles, the Wise owl (from the snack company) and an eagle! What’s not to love? Americana, baby. And all this is yours for $6.99.

Yet, it doesn’t feel like it has religious weight, right? And many critics are wary of trying to dig out the religiosity in these series, like trying to talk politics about Jasper Johns’s flags. But Warhol approaches religion like he does almost everything else; why should he treat religion any different than his beloved advertisements or celebrities? He treats it with nonchalance and casualness; this is part of his America, his notion of reality. To Warhol you don’t have to search for the religiosity and the spiritual, it is right there! The Big C! How can you miss it? No digging necessary, which is why the quote on the wall from Warhol in reference to the series seems irrelevant: “I painted them all by hand — I myself; so now I’ve become a Sunday painter … That’s why the project took so long. But I worked with a passion.” The curator appears to be trying to convince the viewer of Warhol’s religious passion, to convince them to take these works “seriously”.

In the last room there are two more Last Supper works: “The Last Supper” (1986) and “Detail of the Last Supper (Christ 112 Times)” (1986). The repetition of the fragment, Christ’s head outlined in Byzantine gold, is exceptionally beautiful. From the front it appeared as if it was a segment of a film strip and if it were sped up Christ would appear be in motion. From the edges of the painting, looking at it from an angle, the heads of Christ begin to evolve and morph into different forms as they recede into the distance. The room also includes two of his last self-portraits, both which are penetrating and slightly ghostly.

This exhibit reiterates the complexity of Warhol during a specific and profound time period in the artist’s life. The late period of any artist always holds a kind of curiosity and wonder. We see a new vulnerability in Warhol; an almost panicky need to create something of worth. This doesn’t debase the work nor is it evidence of him losing his cool. He remains a complete conundrum which can be discomforting to the viewer There is no doubt that Warhol created some of his best, most interesting work during this period and it is how you choose to approach this period, with all its contradictions and idiosyncrasies, that will affect your view. Do you believe him? Does it matter? And let’s face it, being a mystery will never go out of style.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΙΟΛΑΣ 1
.
Αλέξανδρος Ιόλας: Ο ιδιοφυής μαικήνας
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΪΛΑΚΗΣ (ethnos.gr)
Γνώρισε τη λατρεία και την κατακραυγή, τη δόξα και την απέχθεια, την αποθέωση και τη μικροπρέπεια. Ενας μαικήνας με παγκόσμια αναγνώριση και επιβολή, ένας πολίτης του κόσμου με αλάνθαστο καλλιτεχνικό αισθητήριο και -πάνω απ’ όλα- ένας διορατικός συλλέκτης, ο οποίος ήταν -ταυτόχρονα- ασυνήθιστα ευφυής ως έμπορος.
Πολλά από τα μεγάλα ονόματα της τέχνης οφείλουν -λίγο ή πολύ- την καθιέρωσή τους σε εκείνον: Ο Μαξ Ερνστ, ο Τζόρτζιο ντε Κίρικο, ο Ρενέ Μαγκρίτ, ο Αντι Γουόρχολ, ο Ιβ Κλάιν, ο Τάκις, ο Ακριθάκης, ο Τσαρούχης, ο Φασιανός, ο Χατζηκυριάκος-Γκίκας. Μία ιδιαίτερα έντονη και αντιφατική προσωπικότητα που συνδύαζε μοναδικά όλες εκείνες τις ιδιότητες που θα του επέτρεπαν να πετύχει: Οξυδερκής και τολμηρός, αδίστακτος και εκρηκτικός, είρων και στοργικός, ραδιούργος και τυχοδιωκτικός, αλλά και γοητευτικός, απρόβλεπτος, υπερβολικός, εκκεντρικός, σίγουρα πολυτάλαντος και -εν τέλει- αξεπέραστος
Ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν αρχικά το όνομα του Αλέξανδρου Ιόλα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1908 και ήταν γόνος μιας ευκατάστατης οικογένειας εμπόρων βαμβακιού. Εκείνη την εποχή η ανατροφή μέσα σε ένα «αυστηρών αρχών» οικογενειακό περιβάλλον σήμαινε ξύλο, τιμωρία, επιβολή της τάξης από τον πατέρα, μία δυσβάσταχτη και συχνά αποτρόπαιη πειθαρχία. Κάτω από αυτές τις ασφυκτικές συνθήκες το νεαρό αγόρι διαβάζει συνεχώς, μαθαίνει πιάνο και δείχνει έγκαιρα μία μεγάλη ευχέρεια στην εκμάθηση ξένων γλωσσών- μιλούσε άπταιστα αγγλικά, γαλλικά, ιταλικά, γερμανικά και αραβικά.
Ηταν ήδη εμφανές ότι επρόκειτο για μία -δίχως άλλο- ξεχωριστή περίπτωση: Ενα παράξενο μείγμα ρεαλισμού και ονειροπολήσεων, που ενώ οι συμμαθητές του μπροστά στην πυραμίδα του Χέοπα θαύμαζαν την κορυφή της, αυτός φανταζόταν τους αμύθητους θησαυρούς τέχνης και χλιδής οι οποίοι κρύβονταν στους ανήλιαγους βασιλικούς τάφους.
Ο πατέρας του, ωστόσο, επιθυμούσε ο γιος του να ασχοληθεί με τις επιχειρήσεις, αλλά εκείνος από πολύ νωρίς ανακάλυψε ότι ο προορισμός του ήταν διαφορετικός: Είχε έντονες καλλιτεχνικές ανησυχίες. Βέβαια, αργότερα θα διαπίστωνε ότι ήταν γεννημένος και για τα δύο -με τα γνωστά εντυπωσιακά αποτελέσματα. «Θυμάμαι σαν τώρα», είχε πει κάποτε, «όταν σκαστός από το σπίτι μου είδα τη Μαρίκα Κοτοπούλη που ήρθε στην Αλεξάνδρεια και έπαιζε την Κλυταιμνήστρα. Οχι μόνο μαγεύτηκα, άλλαξε η ζωή μου. Κατάλαβα ότι ήμουν γεννημένος για την τέχνη».
Κάπως έτσι, ακολουθώντας μία βαθύτερη εσωτερική παρόρμηση και με βαρύτιμο εφόδιο τρεις συστατικές επιστολές του Καβάφη προς τους Σικελιανό, Παλαμά και Μητρόπουλο, ο μικρός τυχοδιώκτης εγκαταλείπει το σπίτι του και με τις λιγοστές οικονομίες του μεταβαίνει, τον Νοέμβριο του 1927, στην Αθήνα. Μένει σε ένα δωμάτιο στην οδό Αριστοτέλους, επισκέπτεται συχνά την Ακρόπολη όπου του αρέσει να χορεύει, ενώ κάποια στιγμή τον φωτογραφίζει εκεί η Nelly’s.
Είναι από εκείνη την εποχή που -ανάμεσα στις άλλες του ικανότητες- ξεχωρίζει μία: Η κοσμοπολίτικη, περισσή -θα έλεγε κανείς- άνεση με την οποία θα κινείται σε όλη του τη ζωή στους καλλιτεχνικούς κύκλους ανά τον κόσμο.
Πάντως, αν και ο Ιόλας είχε καλλιτεχνικές τάσεις, δεν διέθετε κάποιο εμφανές ταλέντο και όλο αυτό το απόθεμα ευαισθησίας που είχε μέσα του δεν είχε βρει ακόμα μία διέξοδο. Επειτα από παρότρυνση του Αγγελου Σικελιανού, φεύγει τελικά για την Ευρώπη και επειδή τον βοηθούσε το καλοσχηματισμένο, ανάλαφρο σώμα του, στρέφεται πιο σοβαρά στον χορό.
Σύντομα, η ευκολία με την οποία γνώριζε τους «κατάλληλους» ανθρώπους αποδίδει καρπούς και -ακολούθως- συνεργάζεται με το Θέατρο Σάλτσμπουργκ, με την Οπερα του Βερολίνου και την Κίρα Νιζίνσκι- την κόρη του διάσημου χορευτή. Ολα έδειχναν ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε έναν από τους σημαντικότερους χορευτές του κόσμου. Αλλά δύο χρόνια αργότερα, το 1933, υποχρεώνεται λόγω της ανόδου του ναζισμού να εγκαταλείψει τη Γερμανία. Μετακομίζει, λοιπόν, στο Παρίσι, όπου συνεχίζει τη χορευτική του καριέρα, ενώ -παράλληλα- έρχεται σε επαφή με εικαστικούς καλλιτέχνες και ποζάρει ως μοντέλο για τον ντε Κίρικο και τον Χέρμπερτ Λιστ.
Ενα απρόσμενο γεγονός, όμως, θα σταθεί η αφορμή να εγκαταλείψει για πάντα τον χορό και να ασχοληθεί με τη συλλογή έργων τέχνης. «Μια μέρα εκεί που περπατούσα στον δρόμο, είδα σε μια βιτρίνα έναν πίνακα και χωρίς να ξέρω γιατί σταμάτησα μπροστά του σα μαγεμένος», θα εξηγήσει χρόνια αργότερα, με την αλήθεια -ωστόσο- να είναι λίγο διαφορετική.
Στην πραγματικότητα, εγκαταλείπει τον χορό εξαιτίας ενός τραυματισμού στο πόδι. Απ’ την άλλη, η συναναστροφή του με τους Παριζιάνους σουρεαλιστές τον ενθουσιάζει και του δίνει την ιδέα: να ασχοληθεί με το εμπόριο έργων τέχνης. Και εδώ ακριβώς είναι που διαφαίνεται η ιδιοφυΐα του Αλέξανδρου Ιόλα: Σε καιρούς πραγματικά ανυποψίαστους, αντιλαμβάνεται έγκαιρα ότι οι μεταπολεμικές Η.Π.Α. ήταν έτοιμες να υποδεχθούν την ανήσυχη Ευρώπη.
Η τέχνη πλέον όχι μόνο αποκτούσε την αγορά της, αλλά και τη δική της χρηματιστηριακή αξία, με τον Ιόλα να πρωτοστατεί σε αυτό. Βασίζεται αποκλειστικά στο ένστικτό και στις γνώσεις του και το έμπειρο μάτι του διακρίνει τα πάντα- αναξιοποίητα ταλέντα, παραγνωρισμένους καλλιτέχνες, νέες τάσεις: πατρονάρει, επιλέγει, αναθέτει, αγοράζει, προωθεί.
Ωσπου, το 1944 ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στην 55η λεωφόρο της Νέας Υόρκης, την περίφημη Hugo Gallery. Αν και δεν είχε ο ίδιος την οικονομική δυνατότητα για ένα τέτοιο εγχείρημα κατάφερε χάρη στις φιλίες του με καλλιτέχνες και συλλέκτες, αλλά και στη γνωριμία του με τη δούκισσα Maria Hugo, να βρει το απαραίτητο κεφάλαιο. Από εδώ και πέρα, η ζωή του γίνεται ένα συνεχές ταξίδι μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής. Μία περίοδος στην οποία τα έχει όλα: Νιάτα, ταλέντο, πάθος για δουλειά, επιτυχία, αναγνώριση.
Δουλεύει πυρετωδώς, οργανώνει εκθέσεις σε όλο τον κόσμο, ανοίγει τη μία γκαλερί πίσω απ’ την άλλη και -πρωτίστως- συμβάλλει καίρια στην καθιέρωση στην Αμερική των εξόριστων -εξαιτίας του πολέμου- σουρεαλιστών, οι οποίοι βρίσκουν, επιτέλους, ένα ευρύ κοινό. Ο Ιόλας, διαβλέποντας την προοπτική αυτής της νέας -και με εξαιρετικές προοπτικές- αγοράς, δραστηριοποιείται δυναμικά και γίνεται από τους πρωτοπόρους στην ανάπτυξη ενός «δικτύου» από αίθουσες τέχνης-δορυφόρους μιας κεντρικής γκαλερί: Το 1963 ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στη Γενεύη, το ’64 στο Παρίσι, το ’65 στο Μιλάνο και λίγο αργότερα στη Μαδρίτη.
Είναι, πια, πολλοί οι καλλιτέχνες που πηγαίνουν στην Αμερική, αναζητώντας την επιτυχία και ο «δαιμόνιος» Ιόλας -σχεδόν πάντα- τους την εξασφαλίζει: Τους δίνει χρήματα με τον μήνα ώστε να τους κάνει να δουλεύουν μόνο γι’ αυτόν, ενώ τους κλείνει αποκλειστικά συμβόλαια. Μάλιστα, θα παραμείνει ο αντιπρόσωπος του Μαξ Ερνστ και του Ρενέ Μαγκρίτ -στις Η.Π.Α.- μέχρι τον θάνατο τους, ενώ το 1953 διοργανώνει την πρώτη ατομική έκθεση του Αντι Γουόρχολ και συνδέεται στενά με το κίνημα της Ποπ Αρτ.
Μερικοί ακόμη από τους καλλιτέχνες με τους οποίους θα συνεργαστεί -όλα αυτά τα χρόνια- είναι οι Μαν Ρέι, Ζαν Κοκτό, Ντε Κίρικο, Μπράουνερ, Ρενό, Φινότι, Κουνέλλης, Μόραλης, ενώ -σταδιακά- εστιάζει και στη νεότερη γενιά Ελλήνων όπως οι Τσόκλης, Παύλος, Τάκις, Καρέτσου, Ακριθάκης, οι οποίοι είχαν ξεκινήσει καριέρα στο εξωτερικό.
Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 περνάει περισσότερο χρόνο στην Ελλάδα, συνεργάζεται με διάφορες γκαλερί και χτίζει, στην Αγία Παρασκευή Αττικής, ένα σπίτι -ακριβέστερα, ένα ανάκτορο- όπου μεταφέρει τη σπουδαία προσωπική του συλλογή: έργα αρχαίας, βυζαντινής και σύγχρονης Τέχνης, τεράστιας καλλιτεχνικής και χρηματικής αξίας. Ομως, αυτή η επάνοδος στην ιδιαίτερη πατρίδα του σε συνδυασμό με τον εκκεντρικό και επιδεικτικό τρόπο ζωής και συμπεριφοράς του, θα συνοδευτεί -τελικά- με την πτώση του.
Ο Ιόλας δεν δίστασε ποτέ να δηλώσει ανοιχτά την ομοφυλοφιλία του, αλλά αυτή του η ειλικρίνεια θα αντιμετωπιστεί με κακεντρέχεια από μερίδα του ελληνικού τύπου που -το 1983- θα διασύρει ανεπανόρθωτα το όνομά του. Τα πρωτοσέλιδα της εποχής έγραφαν για «ρωμαϊκά όργια στο σπίτι του ανώμαλου συλλέκτη» και το θέμα δεν θα αργήσει να πάρει διαστάσεις σκανδάλου και να φτάσει μέχρι τα δικαστήρια, με τον Ιόλα να κατηγορείται για παραβίαση του νόμου περί ναρκωτικών, ακολασία με νεαρούς άντρες και παράνομη εμπορία αρχαιοτήτων.
Ο Αλέξανδρος Ιόλας έφυγε από τη ζωή στις 8 Ιουνίου 1987, πτοημένος, εξαντλημένος και εξευτελισμένος από έναν λαό που ο ίδιος -σε όλη του τη ζωή- τον είχε στο μυαλό του εξιδανικεύσει. Λίγο πριν από τον θάνατό του, η επιθυμία του να δωρίσει την αμύθητη συλλογή του από έργα τέχνης στο ελληνικό κράτος δεν εκπληρώθηκε ποτέ. Η ελληνική κυβέρνηση αρνήθηκε την προσφορά του και έτσι το μεγαλύτερο μέρος της συλλογής του χάθηκε!
Οσο για το όνειρό του να δημιουργήσει ένα «Μουσείο Ιόλα» στη Θεσσαλονίκη, έμεινε μόνο στα προσχέδια- τον πρόλαβε το ανάξιο τέλος του. Εάν, πάντως, κάτι μένει από την ιστορία του Ιόλα δεν είναι τόσο το παράδειγμα ενός ανθρώπου που ήξερε -στο μέτρο του δυνατού- να καταφέρνει ό,τι ήθελε. Αλλά, κυρίως, ότι αυτή η -άνευ όρων και ορίων- επιτυχία συνήθως δεν συγχωρείται από κανέναν. Κάτι που στην περίπτωσή του είναι όχι μόνο προφανές, αλλά και ανησυχητικά θλιβερό...

René Magritte: 1898-1967

Born on November 21, 1898 in Lessines, Belgium, René François Ghislain Magritte was a major figure in the Surrealist movement and is considered by many to be the greatest Belgian artist of the 20th century. From 1916 – 1918, Magritte studied at the Académie Royale des Beaux-Arts in Brussels under Constant Montald and his early paintings were Impressionistic in style. Between 1919 and 1924, Magritte was influenced by Futurism and abstraction under the influence of Cubo-Futurism. He was particularly impressed by the work of Giorgio de Chirico. However, “his doubts about abstract art led him to reintroduce more overt imagery into his work.”

By 1921, Magritte had completed his service in the Belgian infantry after which he worked as a draughtsman for a wallpaper factory and a poster and advertisement designer. In 1922, he married Georgette Berger whom he had known since childhood. In 1926, Magritte gained a contract with Galerie la Centaure in Brussels which enabled him to paint full-time. He had his first solo exhibition there in 1927. From 1927 – 1930, Magritte lived in Le Perreux-sur-Marne, near Paris, where he associated with Surrealists including Jean Arp, André Breton, Salvador Dalí, Paul Eluard, and Joan Miró. From the 1920s, Magritte also experimented with black-and-white still photography, “borrowing subjects from his paintings in order to record unconventional staged situations.”

“Magritte played an important role in the foundation of the primarily literary Belgian Surrealist group in 1926. He was also active in the formation of the group’s theories, which were developed independently from those of the French Surrealists. While the French strove for a transcendent experience of reality through the expression of the unconscious, Magritte tried to reach the same goal by consciously disrupting conventions for representing reality. In order to express his views about mysterious and inexplicable levels of experience beyond surface appearances, he changed the conventional order of objects, altered form, created new objects and redefined the relationship of words to images.”

Magritte is known for his “standardized human types” especially the man in the bowler hat who makes numerous appearances in his paintings. “Words and texts also began to play an important part in the paintings as a way of provoking an analysis of conventional assumptions as in the Treachery of Images (1929), in which a precise image of a pipe is accompanied by an inscription, ‘Ceci n’est pas une pipe’, that draws our attention to the essential difference between an actual object and its representation in two dimensions.”

During the Great Depression of the 1930′s, Magritte and his brother Paul opened Studio Dongo in Brussels where they produced work for advertising and publicity including stands, displays, posters, advertising texts, drawings, and photo-montages. Magritte exhibited only two time at the Palais des Beaux-Arts in Brussels during this time. In 1938, his friend E. L. T. Mesens purchased the stock of Galerie la Centaure and moved to London, where he became director of the London Gallery. Through this action, Magritte gained greater recognition in Great Britain.

In reaction to WWII, Magritte adopted a more colourful, “painterly” style. “From 1943 even making use of a parody of Impressionism with lighter colours, while maintaining the Surrealist character of the imagery. Although he was consciously mocking Impressionism, such works were strongly criticized in Surrealist circles.” Following this, Magritte created a whimsical body of oil paintings and gouaches which he exhibited in his first solo show in Paris at the Galerie du Faubourg. The style of these works were somewhat related to Fauvism and were partly a way of “attacking what he considered the superficiality of the French public.”

In 1948, Magritte, already having considerable recognition as a part of the Surrealist group, became internationally famous when he signed a contract with New York Dealer Alexandre Iolas. From 1953 he exhibited often at the galleries of Alexander Iolas in New York, Paris, and Geneva. Magritte’s critical and popular recognition continued to grow during and after the 1960s. Retrospectives were held in 1954 at the Palais des Beaux-Arts in Brussels and in 1960 at the Museum for Contemporary Arts, Dallas, and the Museum of Fine Arts in Houston. From 1956, Magritte also produced a series of short and often humorous Surrealist films, using friends as directors and actors. In 1965, Magritte traveled to New York for the first time for his retrospective at Museum of Modern Art.

René Magritte died from cancer of the pancreas on August 15, 1967. His work has influenced generations of artists, including Pop, minimalist, and conceptual art.
Κρατάει χρόοονια....αυτή η κολώνια!!!!
Βγαίνουν απ’ τα μουσεία και γυρίζουν στην οικογένεια;

*

Της Μαρίας Λεμονιά

Νέα μάχη αναμένεται να δοθεί για τα ασύλληπτης αξίας γλυπτά, του πασίγνωστου συλλέκτη, Ιόλα. Εικοσιτρία χρόνια μετά τον θάνατό του, το θέμα της περιουσίας του έρχεται ξανά στο προσκήνιο.

Η ανιψιά του Ελένη Κουτσούδη (κόρη του αδελφού του Δημήτρη Κουτσούδη) ζητά να της επιστραφούν εξηνταεπτά αρχαία γλυπτά που φυλάσσονται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.

Οι διεκδικήσεις όμως, δεν σταματούν εδώ. Μαζί ζητά και έξι τεράστιας αξίας εικόνες (μερικές από την Μονή Αγιας Αικατερίνης του Ορους Σινά) που κρατούνται στο Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο.

Πώς έχει όμως η ιστορία; Τo 1988, ένα δηλαδή χρόνο μετά τον θάνατο του Έλληνα συλλέκτη, σημειώνονται κλοπές στο περίφημο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή. Κάποια μέρα, σύμφωνα με καταγγελίες ανθρώπων που δούλευαν για τον Ιόλα, γίνεται γνωστό ότι συγγενείς του έχουν τοποθετήσει μέσα κοντέινερς της μεταφορικής εταιρίας Βεϊνόγλου, αρχαία γλυπτά μοναδικής αξίας, τα οποία είχαν πακεταριστεί προκειμένου να φυγαδευτούν στο εξωτερικό.




Κατόπιν ειδοποίησης των αρχών και εξαιτίας του ότι δεν είχαν τα ανάλογα χαρτιά για να βγουν εκτός συνόρων, κατάσχονται.

Λίγο καιρό μετά το όλο θέμα φτάνει στο δικαστήριο και αποφασίζεται να σταλούν τα «μοναδικά» αυτά κομμάτια στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, όπως και στο Βυζαντινό (ανάλογα με το είδος) έως ότου να ρυθμιστεί η κληρονομιά.
Εντέλει το 2000 το Πρωτοδικείο αποφασίζει δικαστική διανομή με κλήρωση.

Πέρσι η Ελένη Κουτσούδη ζητά την απόδοση των αρχαίων που κληρονομεί μετά την κλήρωση με αποτέλεσμα το όλο θέμα να συζητείται αυτές τις ημέρες από το ΚΑΣ ,δηλαδή από το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Θα βγουν εντέλει τα αρχαιοελληνικά αγάλματα από τα Ελληνικά Μουσεία, στα οποία συντηρούνται και «περιθάλπονται» προκειμένου να περάσουν στα χέρια των κληρονόμων;



Αντιδρούν φίλοι και συνεργάτες

O στενός κύκλος φίλων και συνεργατών του Ιόλα αντιδρά.

«Τα συγκεκριμένα έργα εμπίπτουν στον αρχαιολογικό νόμο γι’ αυτό και κατασχέθηκαν κατά το παρελθόν. Η μοναδικότητα αυτών των κομματιών ενδιαφέρει τον εθνικό πολιτισμικό μας πλούτο. Το όραμα του Ιόλα ήταν να μείνουν στην Ελλάδα κι όχι να τροφοδοτήσουν την απληστία των κληρονόμων του. Οποιος υπογράψει να βγουν από την χώρα μας θα είναι ο επόμενος Ελγιν» δηλώνει ο Νίκος Σταθούλης –Σύμβουλος Τέχνης και βιογράφος του Ιόλα.

Aνθρωποι του περιβάλλοντος Ιόλα, όπως ο φροντιστής του Λάζαρος Πολίτης και η οικονόμος του Σούλα, ισχυρίζονται ότι ο γνωστός Έλληνας συλλέκτης πληγωμένος από όσα του καταλόγιζαν τα media και οι πολιτικοί της εποχής, ήθελε να τα αφήσει όλα στο Ελληνικό Δημόσιο, αρκεί να υπήρχε αποκατάσταση του ονόματός του.

Τον είχε πειράξει το γεγονός ότι παρόλο που στο σπίτι του, μπαινόβγαιναν όλα τα σημαντικά ονόματα της εποχής, όταν ξέσπασε ο σάλος περί δήθεν αρχαιοκαπηλίας, ένας ένας λάκισαν.

Πληγωμένος από το εγχώριο τζετ σετ παρήγγειλε στον Αndy Warhol (που αναμφισβήτητα τον έκανε γνωστό αυτός) μια σειρά από έργα. Χάρη στην πικρία αυτή ο Warhol του έφτιαξε μια μοναδική συλλογή που αποτελείται από σαρανταπέντε κομμάτια που είχαν σαν θέμα τι άλλο; Toν σημαδιακό «Μυστικό Δείπνο».

Ο Ιόλας φωνάζει στο σπίτι του, τον αρχιτέκτονα και φίλο του Στέφανο Ζουγανέλη και τον συνεργάτη του, Λάζαρο Πολίτη και τους ζητά να γράψουν την παρακάτω επιστολή που θα τους υπαγορεύσει.

«Ο κάτωθι υπογεγραμμένος Αλέξανδρος Ιόλας σήμερον, τη 17 Φεβρουαρίου 1987, δια της παρούσης επιστολής μου θέλω να δηλώσω , παρά τις βεβαιωμένες μου απογοητεύσεις στην Ελλάδα δια την κατηγορία μου περί αρχαιοκαπηλίας και τον διασυρμό του ονόματός μου από τον τύπο, ότι αποφάσισα μετά θάνατον , όλα τα αρχαία της συλλογής μου να περιέλθουν ως δωρεά δική μου εις την Ιδιοκτησία του Ελληνικού Δημοσίου. Εφ΄όσον δε ζω πλέον, να φροντίσετε να αποκατασταθεί το όνομά μου, διότι αρχαιοκάπηλος δεν υπήρξα ποτέ μου. Με αγάπη για την Ελλάδα
Σπάνια αγγεία και εντυπωσιακά αγάλματα

Η συλλογή γλυπτών αλλά και εικόνων Ιόλα, μέρος της οποίας θα περιέλθει στα χέρια των κληρονόμων του σε λίγες ημέρες , είναι αναμφισβήτητα ένας μοναδικός ιστορικός θησαυρός.

Περιλαμβάνει αρκετά αγγεία (μελαμβαφείς, κανθάρους, σφαιρικούς αρύβαλλους, μελανόμορφο πινάκιο και μυκηναϊκό αμφορίσκο) αλλά και εξαιρετικά σημαντικά αγάλματα. Όπως είναι ένα ξύλινο αγαλματίδιο βαφέα, ο μαρμάρινος κορμός Φαραώ, τμήμα κορμού Φαραώ από ψαμμόλιθο, αριστερό χέρι μαρμάρινου αγάλματος, άγαλμα Σάτυρου, μαρμάρινο πορτρέτο του αυτοκράτορα Τραϊανού, μαρμάρινο επίκρανο, κεφαλή γυναικείου αγάλματος από μάρμαρο, γυμνός ανδρικός κορμός από το ίδιο υλικό, κορμός Αφροδίτης και τόσα άλλα.

Εξίσου ενδιαφέρον έχουν και οι εικόνες που έχουν περιέλθει στο Χριστιανικό Μουσείο.

O συλλέκτης που φορούσε γούνινα παλτό και παπούτσια με ψαράκια

Ονόματα όπως ο Μαξ Ερνστ, ο Giorgio de Cirico, ο Andy Warhol , o Mαγκρίτ, ο Τakis, ο Φασιανός , ο Ακριθάκης και ο Τσαρούχης, οφείλουν την καριέρα τους σε εκείνον.


Ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το 1908. Γιος εύπορης οικογένειας βαμβακέμπορων, ξεφεύγει από τα πρέπει και τελικά αποκληρώνεται.

Το 1927, διαθέτοντας μια συστατική επιστολή από τον Καβάφη, μένει μόνιμα στην Αθήνα, χορεύει και φωτογραφίζεται από την διάσημη φωτογράφο Nelly’s.

Το πάθος του για χορό, του ανοίγει εύκολα τις πόρτες στην Ευρώπη. Συνεργάζεται με τα σημαντικότερα θέατρα. Ο τύπος της εποχής κάνει λόγο για ένα φαινόμενο. Ένας τραυματισμός στο πόδι τον αναγκάζει, όμως, να αλλάξει ρότα.

Στα διάσημα σπίτια που μπαινοβγαίνει γνωρίζει την Θεοδώρα, εγγονή του Ρούσβελτ, που επρόκειτο να την παντρευτεί. Εκείνη τον βαπτίζει Ιόλα.

Το 1940 ανοίγει την πρώτη του γκαλερί στην Νέας Υόρκη . Ταξιδεύει παντού, γνωρίζει καλλιτέχνες και γίνεται ο απόλυτος άρχοντας στο χρηματιστήριο της τέχνης.

Αρκεί να σε συμπαθούσε ο Ιόλας και έκανες καριέρα…

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Andy Warhol. Δούλευε ως σχεδιαστής παπουτσιών , απέναντι από την γκαλερί του Έλληνα συλλέκτη. Μια μέρα ο Ιόλας τον βλέπει και τον παρακινεί «Ζωγράφισε κάτι άλλο. Θα κάνω το όνομά σου πασίγνωστο σ’ όλη την οικουμένη!»

Πολύ σύντομα ο Ιόλας θα γίνει ο απόλυτος άρχοντας της παγκόσμια τέχνης. Συναναστρέφεται το διεθνές jet set και ανοίγει γκαλερί με την ονομασία «Αlexander Iolas Gallery» παντού: Στην Γενεύη, το Παρίσι, το Μιλάνο και την Μαδρίτη.

Η επάνοδός του στην Ελλάδα θα συνδυαστεί και με την πτώση του. Αγοράζει 25 στρέμματα στην Αγία Παρασκευή και φτιάχνει μια βίλα 1700 τετραγωνικών μέτρων που φαντάζει ανάκτορο. Πολυτέλεια και το γκλάμουρ. Παρότι στο σπίτι του μπαίνουν προσωπικότητες όπως ο Κωνσταντίνος Καραμανλής και ο Δημήτρης Χορν, ο τύπος του ασκεί έντονη κριτική.

Το 1983 τα πρωτοσέλιδα της εποχής μιλούν «για ρωμαϊκά όργια στο σπίτι του ανώμαλου συλλέκτη» και το όλο θέμα θα φτάσει μέχρι τα δικαστήρια. Στις 8 Ιουνίου , ο Ιόλας, ο πιο πλούσιος αλλά και δυνατός συλλέκτης της εποχής του, θα φύγει από την ζωή κουρασμένος και σαφώς… εξευτελισμένος.