4/04/2012

Τετάρτη, 4 Απριλίου 2012 Περί Βίλας Ιόλα, μουσείων και πολιτιστικού τυχοδιωκτισμού Με αφορμή την βιογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πανός, διαβάζω για τη Βίλα Ιόλα και τα αμύθητα έργα τέχνης που έκαναν φτερά και φρίττω. Όχι επειδή το κράτος αρνήθηκε τη δωρεά και δεν μετέτρεψε το χώρο στο Ίδρυμα Τέχνης που ονειρευόταν ο Ιόλας, αλλά επειδή το μόνο που φαίνεται τις τελευταίες δεκαετίες να επικρατεί στην Ελλάδα όσον αφορά την τέχνη, είναι η πλήρης και παντελής απουσία οποιασδήποτε αγάπης και πολιτικής για αυτήν, παρά μόνο ψευδεπίγραφα και στο βαθμό που εξυπηρετεί τον πολιτιστικό τυχοδιωκτισμό των διαφόρων κυβερνήσεων, του κράτους και των παραγόντων που επηρεάζουν την διαμόρφωση της εκάστοτε πολιτικής. Έπρεπε να δεχτεί το Ελληνικό κράτος τη δωρεά; Και στο κάτω-κάτω της γραφής θέλουμε πραγματικά το Ελληνικό κράτος να αναλαμβάνει τέτοιες ευθύνες, όπως είναι η μόνιμη λειτουργία ενός τέτοιου κέντρου που θα επικεντρώνεται αποκλειστικά στο έργο ενός μόνο συλλέκτη τη στιγμή που είναι γνωστό πως το κράτος είναι ανίκανο να τις διαχειριστεί, αφού ό,τι δωρίζεται σε αυτό αργά ή γρήγορα καταλήγει είτε ερείπιο, είτε σε κάποιο μπουντρούμι; Είναι πραγματικά κρίμα που αυτή η συλλογή δεν δωρήθηκε σε κάποιο από τα υφιστάμενα ιδρύματα, όπως η Εθνική Πινακοθήκη ή το Μακεδονικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης που είχαν ήδη δεχτεί αξιολογότατες δωρεές από τον Αλέξανδρο Ιόλα. Από την άλλη, έχουμε Μουσείο Τσαρούχη, Μουσείο Μπουζιάνη, Ίδρυμα Σπυρόπουλου και πολλά άλλα. Παρόλο που είναι δεδομένο και αυτονόητο ότι αυτά τα ιδρύματα είναι πάρα πολύ ωραία (προσωπικά θα ήθελα ένα υπερμουσείο για κάθε έναν από αυτούς τους καλλιτέχνες με όλα τους τα έργα και πάσης φύσεως αρχειακό υλικό, βιβλιοθήκη κλπ.), δεν μπορεί κανείς παρά να αναρωτηθεί: αυτά τα μουσεία πώς καλύπτουν τα λειτουργικά τους έξοδα; Συμμετέχει το κράτος με οποιονδήποτε τρόπο; Και αν ναι, γιατί επιλέγουμε να έχουμε ιδρύματα τέχνης και μουσεία που λειτουργούν μεμονωμένα και τα οποία είναι αφιερωμένα στο έργο ενός μόνο καλλιτέχνη, τη στιγμή που θα μπορούσε να υπάρχει ένας υπερχώρος τέχνης ή έστω ένας ενιαίος φορέας για τη σύγχρονη Ελληνική τέχνη που θα μπορούσε να είναι πολύ πιο ευέλικτος, λειτουργώντας ταυτόχρονα σε πολλά επίπεδα, με πολλαπλές μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, υπερκαλύπτοντας έτσι τα έξοδά του και προωθώντας την ελληνική τέχνη, αλλά και τους νέους καλλιτέχνες με πολλούς και ευφάνταστους τρόπους; Και ποιος θα μπορούσε να είναι αυτός ο φορέας; Αν λάβουμε υπόψη ότι η Ελλάδα έχει πολλούς σπουδαίους καλλιτέχνες, πόσα μουσεία αυτού του είδους μπορούν να υπάρξουν και να λειτουργήσουν με κρατική υποστήριξη; Από την άλλη, μόλις πρόσφατα το Ελληνικό κράτος δαπάνησε τουλάχιστον 130.000.000 ευρώ για το Νέο Μουσείο της Ακρόπολης, ενώ το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο το οποίο χρήζει ανακαίνισης εδώ και καιρό έχει γίνει στέκι για ναρκομανείς και το Μουσείο Μπενάκη -το ίδιο καρπός ιδιωτικής δωρεάς και πρωτοβουλίας με εξαιρετικό έργο- κρούει τον κώδωνα του κινδύνου. Η δε Ακρόπολη των Αθηνών παρουσιάζει μια επιεικώς απαράδεκτη εικόνα, αφού αναστυλώνεται εδώ και τρεις δεκαετίες τουλάχιστον. Και όλοι αναρωτιόμαστε: αυτή η φοβερή καθυστέρηση οφείλεται στη φύση του έργου ή σε άλλους παράγοντες; Τελικά, υπάρχει κάποια πολιτική στην Ελλάδα για τον πολιτισμό και την τέχνη και ποια είναι αυτή; Και πώς μπορεί να υπάρξει μια γόνιμη και δημιουργική συνύπαρξη και αλληλεπίδραση ιδιωτικής πρωτοβουλίας και κρατικής υποστήριξης, χωρίς τις γνωστές κρατικές καθηλώσεις;
Ιόλας : ο άρχοντας του σουρεαλισμού με τη συστατική του Καβάφη ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ- ΟΛΓΑ ΧΩΜΕΝΙΔΟΥ Ο δημοσιογράφος, γκαλερίστας και σύμβουλος τέχνης Νίκος Σταθούλης, που ο ίδιος ο Ιόλας επέλεξε ως βιογράφο του, κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες και κατά δέσμευσή του 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, την «αυθεντική βιογραφία» του από τις εκδόσεις Οδός Πανός, με σκοπό την αποκατάσταση της μνήμης του ανδρός που ο Πικάσο αποκαλούσε «μετρ». Ο δημοσιογράφος, γκαλερίστας και σύμβουλος τέχνης Νίκος Σταθούλης, που ο ίδιος ο Ιόλας επέλεξε ως βιογράφο του, κυκλοφόρησε αυτές τις ημέρες και κατά δέσμευσή του 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, την «αυθεντική βιογραφία» του από τις εκδόσεις Οδός Πανός, με σκοπό την αποκατάσταση της μνήμης του ανδρός που ο Πικάσο αποκαλούσε «μετρ». «Η μόνη αιώνια πράξη είναι η τέχνη. Όλα τα άλλα έρχονται και παρέρχονται», υποστήριζε ο Αλέξανδρος Ιόλας και σε αυτήν ακριβώς αφιέρωσε όλη του την ζωή. Συναναστράφηκε με την ελίτ της διανόησης τόσο σε Ευρώπη, όσο και σε Αμερική. Από τον Καβάφη, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο έως την Νουρέγιεφ, την Μαργκοτ Φοντέϊν που διατεινόταν ότι "όποιος δεν επισκέπτεται την γκαλερί του στη Ν.Υόρκη είναι σαν να έχει έλθει στην Ελλάδα και να μην εχει δει την Ακρόπολη", τον Πικάσο, τον Ζαν Κοκτώ, την Θεοδώρα Ρουσβελτ, τον Φρανσουά Μιτεράν, την Τζάκι Ωνάση. Καθιέρωσε καλλιτέχνες και έδωσε στο έργο τους τεράστια χρηματιστηριακή αξία, όπως τον Μαγκρίτ, τον Μαξ Ερνστ, τον Αντυ Γουόρχολ, τον ντε Κίρικο, αλλά και τον Τσαρούχη, τον Κώστα Τσόκλη, τον Τάκι, τον Χατζηκυριάκο-Γκίκα κα. Ο ίδιος εξηγούσε την γενναιοδωρία του απέναντι στους καλλιτέχνες : «στους ανθρώπους γύρω μου θέλω να δίνω ευκαιρίες, σαν κι αυτές που έδωσε σε μένα η ζωή». Επέβαλλε καλλιτεχνικά ρεύματα, όπως αυτό του σουρεαλισμού και της ποπ αρτ. Εξυμνήθηκε από τον διεθνή τύπο (Le Monde : ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν ο μεγάλος Αφυπνιστής). Το Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης της Ν.Υόρκης τον τίμησε ως ευεργέτη του. Ηταν ένας διορατικός συλλέκτης, αλλά κι ένας ευφυέστατος έμπορος με αλάνθαστο καλλιτεχνικό κριτήριο. Παρ΄ότι «εμπνευσμένος τσιγγάνος», επέλεξε να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην Ελλάδα για ένα και μόνο λόγο. Γιατί ήταν ερωτευμένος με το ελληνικό πνεύμα. Θέλησε να προσφέρει όλη του την περιουσία δωρεά στο ελληνικό κράτος, να δημιουργήσει ένα Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης στην Αθήνα κι αντ΄αυτού έπεσε βορά στον λαϊκισμό της δεκαετίας του '80. Μέχρι σήμερα, 25 χρόνια μετά τον θάνατό του, το όνομά του μέσα στα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας εγείρει ποικιλία αντιδράσεων, και οι σκιές παραμένουν. Στο εξωτερικό παρόλα αυτά είναι ξεκάθαρη η αξία του ως ηγετική μορφή της τέχνης. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο Αλέξανδρος Ιόλας όσο αμφιλεγόμενος κι αν ήταν ως προσωπικότητα, ήταν αναμφισβήτητα ο γενναιόδωρος Μαικήνας του 20ου αιώνα. Ο Νίκος Σταθούλης μίλησε στο 5dnews και μοιράστηκε τα συναισθήματά του από την καθοριστική για την ζωή του γνωριμία με τον Ιόλα, όπως και ποια ήταν η αχίλλειος πτέρνα του, αλλά και το μότο ζωής του, καθώς και η διδαχή του για τις επόμενες γενιές. Ολη η συνέντευξη έχει ως εξής : -Περίμενες 25 ολόκληρα χρόνια για να γράψεις την βιογραφία του Αλέξανδρου Ιόλα. Εκ των πραγμάτων αυτή η υπόσχεση φαντάζει τεράστιο βάρος. Πώς το κράτησες και πώς δεν λοξοδρόμησες ποτέ ; -Ήταν όντως ένα βάρος 25 χρόνια να κρατώ όσα μου εμπιστεύθηκε ο Αλέξανδρος Ιόλας Ωστόσο το 1994, επτά χρόνια από τον θάνατό του κυκλοφόρησε μια περίληψη από τις εκδόσεις :Νέα Σύνορα-Αντώνης Λιβάνης” η οποία τροφοδότησε την έρευνα για τη ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα με στοιχεία είναι αλήθεια ελάχιστα. Ωστόσο 25 μετά τελικά το κοινό ήταν πιο έτοιμο να αποδεχτεί τη φυσιογνωμία του Ιόλα και τα του αποδώσει το κύρος που αρμόζει σε πρόσωπα του μύθου. Ήταν σοφό από πλευράς του Αλέξανδρου Ιόλα να κυκλοφορήσει η βιογραφία του 25 χρόνια από τον θάνατό του. Γιατί η γραφή είναι απαλλαγμένη από συναισθηματικές εξάρσεις οι οποίες θα άλλαζαν το χαρακτήρα του. Και για το κοινό είναι καλύτερα, γιατί ξαναπιάνει στα χέρια του το ίδιο πρόσωπο με τρόπο διαφορετικό. -Τώρα που εκδόθηκε η βιογραφία του, τι νοιώθεις πλέον ; Ανακούφιση ή χαρά γιατί εκπλήρωσες τον σκοπό σου ; -Νοιώθω αναμφισβήτητα μια ανακούφιση αλλά και ευθύνη γιατί η ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα ήταν μυθιστορηματική. -Λέξη-λέξη, όπως λέμε step by step, θα ήθελα να μου δώσεις όλη την …λίστα των συναισθημάτων που βίωσες από την στιγμή που άκουσες για τον Ιόλα, τον γνώρισες, στη συνέχεια τον έζησες και τον κουβάλησες ως ανάμνηση μέχρι σήμερα. -Στην αρχή σάστισα. Έπειτα τρόμαξα. Έπρεπε να συνηθίσω τον ίδιο πρώτα. Στη πορεία γητεύθηκα. Με τον διασυρμό του εκνευρίστηκα. Ύστερα σιώπησα. Μετά με τη λεηλασία αγανάκτησα. Περίμενα 25 χρόνια να έρθει η ώρα όπου μια υπέρτατη ζυγαριά θα κρίνει θύτες και θύματα. Η ώρα αυτή έφθασε. -Όταν ζεις δίπλα σε μία προσωπικότητα τέτοιου βεληνεκούς, αισθάνεσαι μικρός ή ανακαλύπτεις την αξία της ύπαρξής σου ; -Δίπλα σε μια τέτοια προσωπικότητα ανδρώνεσαι. Δεν έχεις το δικαίωμα να μην αντιλαμβάνεσαι την ευθύνη που έχει μέσα της ο χώρος της Τέχνης. Με τους καλλιτέχνες γίνεσαι πιο υπεύθυνος. Γιατί -όπως κι αυτοί- γεννιέσαι και πεθαίνεις κάθε μέρα. Πολύ περισσότερο, όταν παρατηρείς από κοντά τον μέντορά τους να γίνεται Μέντορας της ίδιας σου της ζωής. -Είχε απίστευτες αρετές ο Ιόλας. Είχε όμως και εξαιρετικά ελαττώματα. Εσύ που τον έζησες και τον αγάπησες, μπορούσες όλες αυτές τις αντιθέσεις να τις κατανοήσεις, να τις δικαιολογήσεις ίσως ή σε ενόχλησαν ποτέ και τις παρεξήγησες; -Ήταν ακραίος ο Ιόλας. Δε μπορούσε να είναι μέσος άνθρωπος. Σαφώς και είχε ελαττώματα. Αλλά έτσι είναι. Τον αγαπάς τον φίλο σου με τα ελαττώματα του. Αλλά ποτέ δε τον παρεξήγησα γιατί ήταν πολύ πιο πάνω από οποιαδήποτε καθημερινότητα το επίπεδό του. -Ηταν τυχερός άνθρωπος ο Ιόλας ; -Τη τύχη μόνος του τη προκαλούσε κάθε μέρα. Δεν άφηνε λεπτό να περάσει ανεκμετάλλευτο. ”Τη τύχη σου μόνος σου τη προκαλείς” μου έλεγε. -Ηθελε προσπάθεια πολλή για να σταθείς πλάϊ του; -Ήταν μια άσκηση η θητεία μου δίπλα στον Αλέξανδρο Ιόλα .Και όταν έζησα από κοντά τη περίοδο του διασυρμού του κατάλαβα τον τρόπο με τον οποίο η Σταύρωση γίνεται Ανάσταση. Όντως τον σταύρωσαν τον Αλέξανδρο Ιόλα. Δημοσιογράφοι χίλιες φορές κατώτεροί του και πολιτικοί ανίκανοι να προφέρουν το όνομα του Ρενέ Μαγκρίτ, τσάκισαν μια φυσιογνωμία που χάραξε τη τύχη της τέχνης του εικοστού αιώνα. -Όταν τον γνωρίσες ήταν ήδη πολύ μεγάλος ηλικιακά. Είχε αλλάξει γνώμη για κάποιον , θεωρώντας ότι τον είχε αδικήσει με την κρίση του ; -Υπήρξε υπερβολικός στις κρίσεις του, όπως έγινε με τον Γιάννη Τσαρούχη στον οποίο αργότερα ζήτησε συγνώμη. Αλλά δε συχώρεσε ποτέ την απληστία του Κώστα Τσόκλη. -Γιατί ήταν τόσο παθιασμένος με την Ελλάδα; Μήπως άραγε γιατί ήταν το πεπρωμένο του ; ΄Εφυγε πικραμένος με την Ελλάδα που αγάπησε κι εκείνη τον λοιδώρησε; Ήταν παθιασμένος με την Ελλάδα γιατί για τον ίδιο αποτελούσε την μεγαλύτερη Ιδέα της ανθρωπότητας . Ήθελε να ζήσει στους μύθους της. Αλλά τελικά έζησε τη Τραγωδία της .Πέθανε πικραμένος από τη συμπεριφορά των συμπολιτών του, αυτός που σαν πολίτης του κόσμου έχαιρε τιμών όπου κι αν πήγαινε. -Δημοσιογράφος εσύ ο ίδιος, γνωρίζοντας σε κάποιες περιπτώσεις από κοντά τους συναδέλφους που ασκούσαν έντονη κριτική στον Ιόλα, πώς ένοιωθες που την ίδια μέρα ενός άσχημου δημοσιεύματος εσύ βρισκόσουν δίπλα του και ζούσες τις αντιδράσεις του ; Είχε προσωπικό κόστος η επιλογή σου να είσαι φίλος του; -Με τον διασυρμό του, κατάλαβα από πολύ νωρίς ότι Δημοσιογραφία, Δυστυχία και Διαφθορά, αρχίζουν από Δ. Γιατί και εγώ, σχεδόν παιδί τότε, διασύρθηκα πρόστυχα από την Αυριανή και κανένας απολύτως δε με προστάτευσε. Ακόμα και το ότι υπήρξα φίλος και συνεργάτης του, το πλήρωσα ακριβά. -Ενας άνθρωπος που ζούσε την ζωή τόσο έντονα και ολοκληρωτικά, αντιλήφθηκες ποτέ να έχει φόβο θανάτου ; -Όχι. Ποτέ δε πίστευε στη έννοια του θανάτου. Νόμιζε ότι η ιδέα του θανάτου αγγίζει μόνο τους άλλους. Γι αυτο δεν δημιούργησε Ίδρυμα η διαθήκη. -Είχε αχίλλειο πτέρνα ; Και ποιά ήταν; -Τη μόνη θύελλα στη ζωή του τη προκαλούσε η αδερφή του Νίκη Σταιφελ με την οποία σταμάτησα να επικοινωνώ λίγες μέρες μετά τον θάνατό του. -Υπάρχουν πράγματα από τον Ιόλα που κρατάς μόνο για τον εαυτό σου ; -Ναι. Υπάρχουν πράγματα που κρατώ για μένα και τα οποία σαφώς δεν αφορούν το κοινό. -Ποιο ήταν το μότο ζωής του Ιόλα ; Ποιο το δικό σου μότο μετά την γνωριμία σου με τον Ιόλα ; -Το μότο του ήταν “Αύξου αεί”. Το δικό μου...”Ιόλα η Τίποτα” -Σε πιάνει ζάλη κυριολεκτικά από την αφήγηση για τις επαφές του με ο,τι πιο λαμπερό και φωτεινό πνεύμα από την Ευρωπη υπήρχε την εποχή της δράσης του. Σε έπιανε κι εσένα ίλιγγος ζώντας από κοντά του ; -Γιατί ήταν ένας ίλιγγος όντως, να ζεις δίπλα του και να ακολουθείς το καθημερινό του πρόγραμμα, αφού σχεδόν η μισή του ζωή ήταν μέσα σε ενα αεροπλάνο -Όλα αυτά που έλεγε για τους έλληνες πολιτικούς, αλλά και για τον ελληνικό λαό είναι συγκλονιστικά. Από την εποχή του αυριανισμού που βίωσε στο πετσί του εκείνος, πέρασαν όμως 25 χρόνια. Και τώρα βιώνουμε όλοι μαζί πιά στιγμές ..Αποκάλυψης. Τι νοιώθεις γι΄αυτό ; -Τους πολιτικούς, από τότε που γνώρισε τον Αντρέ Μαλρώ τους σύγκρινε όλους με το ανάστημά του. Αυτό το ανάστημα δε το συνάντησε στην Ελλάδα . Αντίθετα έβλεπε τον πρωθυπουργό της Ανδρέα Παπανδρέου να είναι κολλητός με τον Κουρή... -Ποια είναι η διδαχή του Ιόλα που αφορά και θα έπρεπε να λάβουν υπ΄όψιν τους οι νεοέλληνες ; -Η διδαχή του είναι.. “Είμαστε φτωχοί σε όλα. Είμαστε όμως πλούσιοι στο Φώς. Εκεί είμαστε πολιτογραφημένοι.” Ίσως εκεί να κρύβεται και η λύτρωση...

4/02/2012

Απόσυρση για το βιβλίο:Αλέξανδρος Ιόλας...

Νωρίς σήμερα το πρωί πληροφορήθηκα οτι η δημοσιογράφος Ολγα Μπακομάρου ζήτησε μέσω του δικηγόρου της Γιώργου Στεφανάκη την απόσυρη απο την κυκλοφορία του βιβλίου:"Αλεξάνδρου Ιόλα Η ζωή μου" του Νίκου Σταθούλη απο τις εκδόσεις:Οδός Πανός".

3/31/2012

O Άρης Τερζόπουλος γράφει για τον Πέτρο Κωστόπουλο Σε ένα εκτενές άρθρο με τίτλο "Η άνοδος και η πτώση του Π.Κ." Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο klik.gr Ο γνωστός εκδότης Άρης Τερζόπουλος σε άρθρο του με τον τίτλο «Η Άνοδος και η Πτώση του Πέτρου Κωστόπουλου» κάνει μια αναδρομή στην συνεργασία τους και στην κοινή τους πορεία στα πρώτα χρόνια του περιοδικού Κλικ. «Ένας πασίγνωστος εκδότης και η εκδοτική του εταιρεία, γίνονται ένα ακόμη από τα θύματα της οικονομικής κρίσης που έπληξε βάναυσα τα Μέσα Ενημέρωσης. Εκείνο το απόγευμα, προς το τέλος Ιουνίου του 1987 ο Πέτρος Κωστόπουλος, μπήκε στο γραφείο μου, κρατώντας ένα χαρτί στα χέρια του, με ύφος στενοχωρημένο και συνοφρυωμένος, για να με βρει και μένα να κάθομαι με το ίδιο ύφος και κρατώντας ένα αντίτυπο από το ίδιο κομμάτι χαρτί. Ήταν το δελτίο με τα στοιχεία κυκλοφορίας του τρίτου τεύχους του Κλικ, που το πρώτο του τεύχος είχε κυκλοφορήσει τον Απρίλιο του '87 και τα στοιχεία δεν ήταν καθόλου καλά. Το πρώτο τεύχος είχε πιάσει κυκλοφορία 14.000 φύλλα , το δεύτερο 12.000 και το τρίτο 11.000. Ήρθε και κάθισε δίπλα μου και είχαμε και οι δυο ένα ύφος σαν κλαμένα κάτι. «Τι κάνουμε αφεντικό»; με ρώτησε. Έτσι με αποκαλούσε. Ή Αφεντικό ή Αρούλη. «Ξέρω 'γω» του απάντησα. «Ρε συ» μου είπε «σκέψου το και αν θέλεις να το κλείσουμε, το κλείνουμε. Δεν θέλω να σε βάλω και σε περιπέτειες». «Ξέρω ρε»του είπα «μην έχεις τέτοιε σκέψεις. Δεν περίμενα να πέσουμε κι άλλο να πάρει η ευχή». Καθίσαμε για λίγο αμίλητοι. Το είχαμε ήδη αγαπήσει και οι δυο αυτό το περιοδικό και ξέραμε ότι αν δεν πετύχαινε θα φταίγαμε μόνο εμείς. Η εποχή ήταν έτοιμη. Αλλά ήμασταν στριμωγμένοι. Είχα μόνο 20 εκατομμύρια δραχμές στη διάθεσή μου και τα δέκα ή και περισσότερα είχαν ήδη φύγει. Και με τις εκδόσεις μερικές φορές αν δεν σταματήσεις έγκαιρα, το πράγμα δεν μαζεύεται.. Κάτσαμε για λίγη ώρα ακόμη έτσι. «Κοίτα» του είπα «πάμε λίγο σπίτια μας να ξεκουραστούμε και να χωνέψουμε την κρυάδα και βρισκόμαστε το βραδάκι στο γυμναστήριο και βλέπουμε τι κάνουμε». Με το Πέτρο είχαμε γνωριστεί μόλις το προηγούμενο καλοκαίρι το '86. Εκείνος δούλευε στο Υπουργείο Νέας Γενιάς που στα μέσα του καλοκαιριού είχε διοργανώσει με την Γυναίκα, μια μεγάλη και πετυχημένη επίδειξη μόδας με νέους Έλληνες σχεδιαστές, που είχε σημειώσει και μεγάλη επιτυχία. Δεν είχαμε γνωριστεί, ούτε πριν ούτε στη διάρκεια της επίδειξης, αλλά βρεθήκαμε λίγες μέρες αργότερα , στο σπίτι μου στη Μύκονο. Είχαμε περάσει πολύ ωραία στη Μύκονο και κυρίως με πολλή κουβέντα, που ήταν και το πράγμα που κυρίως μου έλειπε, όποτε πήγαινα στη Μύκονο. Επιτέλους είχα βρει κάποιον άνθρωπο να κουβεντιάζω. Η κουβέντα συνεχίστηκε και όταν γυρίσαμε στην Αθήνα και έτσι όπως συμβαίνει πολλές φορές χωρίς να το καταλάβουμε γίναμε κολλητοί φίλοι. Πολλές φορές διαφωνούσαμε και μαλώναμε-φιλικά εννοείται-πάνω στην εξέλιξη της κουβέντας, αυτό το στοιχείο που την κάνει πιο ενδιαφέρουσα, όταν έχεις δίπλα σου έναν καλό συζητητή. Δεν ήξερε τι ακριβώς θα έκανε στο μέλλον, αλλά ο κόσμος της πολιτικής του προκαλούσε μάλλον απέχθεια, παρ' όλο που αγαπούσε πολύ την ίδια την πολιτική. Μερικές φορές σκεφτόταν να φύγει στο εξωτερικό, στις Βρυξέλες, ή στη Νέα Υόρκη ή όπου αλλού τύχαινε. Ένα βράδυ ήρθε στο σπίτι μου στο Ψυχικό που έμενα τότε και μόλις μπήκε μέσα μου είπε «παραιτήθηκα». «Προσλαμβάνεσαι» του είπα εγώ χωρίς δεύτερη σκέψη. Δεν ήξερα για ποιο πράγμα ακριβώς τον προσλάμβανα, αλλά ήμουν σίγουρος, ότι μ' έναν άνθρωπο που κουβεντιάζαμε τόσα ενδιαφέροντα πράγματα, κάτι καλό θα έβγαινε. Στην αρχή κάναμε τη σκέψη να δουλέψει στο διαφημιστικό τμήμα της Γυναίκας, αλλά ένα βράδυ εκεί που καθόμασταν του είπα ότι σκεφτόμουν να βγάλω ένα περιοδικό σε πολύ μικρό σχήμα με τον Κρίτωνα Τζώρτζο. «Κάνεις λάθος» μου είπε «να βγάλεις ένα περιοδικό σαν κι αυτό» και μου έδειξε ένα τεύχος του γαλλικού περιοδικού Αctuel, που δεν το είχα υπ' όψη μου. «Να κοίτα, έτσι με ωραίες μεγάλες φωτογραφίες και με άλλου είδους θέματα». Κάθισα λίγο και κοίταξα το Actuel. «Έχεις δίκιο» του είπα μετά από πέντε λεπτά «κάτι τέτοιο θα βγάλω και θα αναλάβεις διευθυντής». Δεν ήξερα καν αν ήξερε να γράφει, αλλά αφού ήξερε να μιλάει γιατί να μην μπορεί και να γράφει. Κάπως έτσι έπαιρνα τις αποφάσεις μου στα περιοδικά. Ούτε μπίζνες πλαν, ούτε μελέτες αγοράς, ούτε τίποτα. Το μόνο που μου έλεγε κάτι ήταν πάντα οι ιδέες. «Και πώς να το βγάλουμε»; μου είπε. «Ξέρω γω»; του είπα «δεν αρχίζουμε να λέμε ότι μας έρθει στο κεφάλι». Και αρχίσαμε να αραδιάζουμε πράγματι όποιον τίτλο μας ερχόταν στο κεφάλι. «Πώς σου φαίνεται το Κλικ;», μου είπε κάποια στιγμή. «Τέλειο» του είπα χωρίς δεύτερη σκέψη «αυτό είναι. Θα το βγάλουμε Κλικ». Και κάπως έτσι εκείνο το βράδυ γεννήθηκε το Κλικ. Τους επόμενους τέσσερις πέντε μήνες, τους περάσαμε, κάνοντας βόλτες με τα πόδια μέσα στη νύχτα, πάνω κάτω στη Φιλοθέη και στο Ψυχικό, συζητώντας για το Κλικ. Από τότε ξέραμε και οι δυο, έχοντας μελετήσει καλά την εποχή που ερχόταν, ότι αν το Κλικ δεν πετύχαινε το λάθος θα ήταν μόνο δικό μας. Καλά όλα αυτά, αλλά να που τρεις μόνο μήνες μετά το ξεκίνημά μας βρισκόμασταν σε οριακή κατάσταση. Γύρισα κάποια ώρα μετά το μεσημέρι στο σπίτι για να σκεφτώ τι θα έκανα. Ξάπλωσα στο κρεβάτι και άρχισα να βάζω τα νούμερα στο μυαλό μου, να δω πόσο θα αντέχαμε και τι θα μπορούσε να γίνει. Τίποτα. Αντί για τα νούμερα ερχόταν στο μυαλό μου η εικόνα ενός θηρίου. Προσπαθούσα να σκεφτώ λογικά και επιχειρηματικά. Πάλι τίποτα. Το μυαλό μου, μου απαντούσε με την εικόνα του θηρίου. Όλο το απόγευμα, δυο τρεις ώρες που κάθισα ξαπλωμένος, το μόνο που σχημάτιζε το μυαλό μου ήταν η εικόνα αυτού του θηρίου. Όταν άρχισε να σουρουπώνει, κατά τις οκτώ, με το μυαλό τελείως καθαρό, ξεκίνησα για το γυμναστήριο. Ο Πέτρος ήταν εκεί και με περίμενε. Δεν χρειάστηκαν παρά μόνο δυο κουβέντες. «Πέτρο» του είπα, «το Κλικ είναι ένα θηρίο. Θα συνεχίσουμε και όπου βγει». Και έτσι το Κλικ συνέχισε. Για το τέταρτο τεύχος, εκτός από τα άλλα θέματα, ο Πέτρος είχε ετοιμάσει και ένα μεγάλο και πολύ εμπεριστατωμένο αφιέρωμα για το Έητζ. Ένα χρόνο μετά το θάνατο του Μπίλλυ Μπο από την φοβερή ασθένεια, το Έητζ είχε γίνει ο τρόμος της εποχής. Είχε όμως και μια συμπληρωματική ιδέα. Να βάζαμε για δώρο στο περιοδικό και ένα...προφυλακτικό. Για την εποχή εκείνη που ακόμη διατηρούσε πολλά συντηρητικά ταμπού, το προφυλακτικό για δώρο, ήταν πολύ πέρα από τα δεδομένα. Ήταν σχεδόν «απαγορευμένο». Σαν εκδότης του περιοδικού έπρεπε να πάρω μιαν απόφαση. «Προχώρα», είπα στον Πέτρο «μην το φοβάσαι, καλό θα κάνουμε. Σ' αυτό το θέμα δεν μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω από ταμπού που σκοτώνουν». Κι έτσι το τέταρτο Κλικ κυκλοφόρησε με δώρο το προφυλακτικό. Αυτό ήταν. Το προφυλακτικό έσκασε σαν βόμβα στην αγορά και το Κλικ μετετράπη σ' αυτό που στα αγγλικά θα το λέγαμε "overnight success" – επιτυχία μέσα σε μια νύχτα. Στην ιστορία του περιοδικού Τύπου δεν υπάρχει άλλη περίπτωση, που ένα τόσο φτηνό δώρο να φέρει τέτοια αποτελέσματα. Και χάραξε και τη μοίρα του Κλικ. Από εκεί και πέρα το Κλικ συνέχισε να ανεβαίνει σε κάθε τεύχος μέχρι που ύστερα από δυο χρόνια πλησίασε τα 150.000 φύλλα! Ένα χρόνο μετά, το Κλικ FM ήρθε να συμπληρώσει ακουστικά και μουσικά το περιοδικό. Και μετά ακολούθησαν κι άλλα. Και έτσι ο κόσμος σ' όλη την Ελλάδα άρχισε να μαθαίνει τον Πέτρο Κωστόπουλο. Η συνεργασία με τον Πέτρο Κωστόπουλο κράτησε εφτά χρόνια. Εφτά πολύ δυναμικά χρόνια, μια και ο χώρος που φτιάχναμε τα περιοδικά έμοιαζε περισσότερο με πάρτι παρά με γραφεία περιοδικού. Ήταν λαμπερά χρόνια, γιατί η επιτυχία μοιάζει σαν να λάμπει και μέσα από Κλικ και όλα τα άλλα αναδείχτηκαν και τα περισσότερα ταλέντα του χώρου. Αλλά δύσκολα θα βρισκόντουσαν και δυο άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί, που να συνεργαστούν και να συνυπάρξουν ως φίλοι, όσο εγώ και ο Πέτρος. Αν και σε πολλά θέματα οι απόψεις μας ήταν κοντά, σαν χαρακτήρες ήμασταν τελείως διαφορετικοί, χωρίς καλύτερο ή χειρότερο. Απλά διαφορετικοί. Και υποθέτω ότι αυτή ακριβώς η διαφορά μας, ήταν που έβγαζε μια συνολική συνισταμένη, που κατέληγε σ' ένα επιτυχημένο επαγγελματικό αποτέλεσμα. Πολλές φορές, όπως συμβαίνει με τους φίλους, ψυχαναλύαμε ο ένας τον άλλον. Μου έλεγε εκείνος για τα δικά μου κουσούρια και του έλεγα και εγώ για τα δικά του. Και είχαμε κάνει άπειρες τέτοιες συζητήσεις. Και θυμάμαι ότι πάρα πολλές του είχα πει πόσο με μπέρδευε η προσωπικότητά του, που μ' έκανε να νομίζω, πως μέσα του κατοικούσαν δυο διαφορετικοί άνθρωποι: Ένας πολύ θετικός πολύ σωστός και προσωπικά και κοινωνικά και ένας άλλος τελείως το αντίθετο. Ντόκτορ Τζέκυλ και Μίστερ Χάϋντ. Και αντίστοιχη ήταν και η αντίδραση που προξενούσε και ακόμη προξενεί στο κοινό. Μέσα από τα γραπτά του, τις ραδιοφωνικές εκπομπές και τηλεοπτικές εμφανίσεις, φτιαχνόταν ένα κοινό, από το οποίο άλλοι τον θαύμαζαν και άλλοι τον αντιπαθούσαν ή και τον μισούσαν ακόμη. Συμβαίνει με πολλούς ανθρώπους να προκαλούν αντιφατικά συναισθήματα, είτε είναι δημόσια πρόσωπα είτε όχι. Με το Πέτρο, όλα αυτά ήταν πολύ έντονα. Υπάρχει όμως κάτι πολύ πιο βασικό στη σχέση μου με τον Πέτρο Κωστόπουλο, που υπερκαλύπτει όλα τα άλλα και που θα ισχύει ότι και να γίνει. Υπήρξαμε μοιραία πρόσωπα ο ένας για την ζωή του άλλου. Αν εξαιρέσουμε τις οικογένειές μας, αυτές από τις οποίες προήλθαμε κι αυτές που φτιάξαμε, που είναι έτσι κι αλλιώς μοιραίες, δεν υπάρχει άλλο πρόσωπο και στη δική του και στη δική μου ζωή, που να έπαιξε τέτοιο ρόλο στη ζωή του καθ' ενός και προσωπικά και επαγγελματικά. Αν δεν είχαμε συναντηθεί, άλλη θα είχε υπάρξει η ζωή μου και άλλη θα είχε υπάρξει η δική του ζωή. Είτε φίλοι, είτε εχθροί, η συνάντησή μας ήταν γραμμένη από τη Μοίρα. Και μέσα σ' αυτή τη Μοίρα ήταν προφανώς γραμμένος και ο χωρισμός. Το τέλος της συνεργασίας με τον Πέτρο Κωστόπουλο, ήρθε στις αρχές του φθινόπωρου του1995. Ήταν και τα επαγγελματικά στη μέση, και πολλά άλλα προσωπικά, αλλά υποθέτω το ότι περισσότερο απ' όλα, ήταν ότι και σ' αυτό είχε έρθει η ώρα της ίδιας Μοίρας. Έτσι επρόκειτο να γίνει κι έτσι έγινε. Και πολλές φορές στα χρόνια που ακολούθησαν, έχει τύχει να αναρωτηθώ αν αυτή ήταν η καλύτερη απόφαση και για τους δυο μας, αλλά φυσικά σ' αυτό δεν υπάρχει απάντηση. Για τον ίδιο πάντα τουλάχιστον αρχικά, έμοιαζε να είναι ο καλύτερος δρόμος. Με δυο καινούργιους συνεταίρους, τον Πάνο Μαρινόπουλο και τον Δάκη Ιωάννου, η ΙΜΑΚΟ, η εταιρεία που έφτιαξαν ξεκίνησε δυναμικά την παρουσία της, αφού μάλιστα σ' αυτήν είχαν προσχωρήσει και όλα σχεδόν τα στελέχη του Κλικ. Η εταιρεία προχώρησε δυναμικά και μέσα σε λίγα χρόνια διέθετε ένα μικρό στόλο περιοδικών και ραδιοφωνικών σταθμών. Όλα έμοιαζαν ρόδινα για τον Πέτρο Κωστόπουλο. Όντας απ' έξω δεν μπορώ να γνωρίζω τι ήταν αυτό που οδήγησε τον Πέτρο και την εταιρεία του στην πτώση. Δεν ξέρω ούτε τι μισθούς έδινε, ούτε τι διαχείριση έκανε. Ένα εμφανές λάθος, ήταν ο τρόπος που διαχειρίστηκε τα λεφτά που πήρε η εταιρεία από το Χρηματιστήριο, περίπου 4 δις δραχμές, στις αρχές του 2000 και τα οποία εξανεμίστηκαν πολύ γρήγορα σε λάθος επενδύσεις, όπως συνέβη τότε με πολλές εκδοτικές εταιρείες, που μέσα στον ενθουσιασμό της στιγμής πήραν λάθος αποφάσεις. Πολλοί δεν κατάλαβαν ότι η κρίση στο Τύπο, αλλά και στην υπόλοιπη πραγματική οικονομία, ξεκίνησε ακριβώς τότε, την Άνοιξη του 2000, όταν η πτώση του Χρηματιστηρίου, εκτός από το ότι κατέστρεψε πάρα πολύ κόσμο και μόνο λίγοι κέρδισαν δυσανάλογα μεγάλα ποσά, άρχισε για πρώτη φορά να αποστερεί από την αγορά το χρήμα που κυκλοφορούσε. Ήταν από τότε που η κατανάλωση άρχισε να πέφτει και από τότε που ο αριθμός των σφραγισμένων επιταγών άρχισε να αυξάνεται γεωμετρικά. Αν δει κανείς τις σφραγισμένες επιταγές από το 2000 θα καταλάβει και πως φτάσαμε στα 2 δις ευρώ σφραγισμένων επιταγών το 2007 και σ' αυτό περίπου το ποσό κυμαίνονται κάθε χρόνο από τότε. Η επιφάνεια ήταν ακόμη λαμπερή, αλλά από κάτω το έδαφος είχε αρχίσει να σαπίζει.. Ήταν το 2003 όταν κατάλαβα για πρώτη φορά, ότι ο περιοδικός Τύπος ήταν καταδικασμένος και το 2008, όταν ξεκίνησα πάλι αυτή την ηλεκτρονική έκδοση του Κλικ, σ' ένα άρθρο που είχα γράψει τότε, είχα γράψει ότι μέσα στα επόμενα δέκα με είκοσι χρόνια ο γραπτός λόγος, περιοδικά και εφημερίδες επρόκειτο να εξαφανιστούν, κυρίως εξ αιτίας του ίντερνετ. Οι περισσότεροι, ή μάλλον όλοι οι εκδότες παρ' όλο που οι υποχρεώσεις των επιχειρήσεών τους είχαν αρχίσει να αυξάνονται δραματικά, συνέχιζαν σαν να επρόκειτο για μια περαστική μπόρα. Τα προβλήματα είχαν αρχίσει να αυξάνονται και στην ΙΜΑΚΟ και ο Κωστόπουλος θα έπρεπε να είχε αντιληφθεί, ότι από τότε κάτι δεν πήγαινε καλά. Αλλά από την άλλη ήταν και μια εποχή που κάμποσοι εφοπλιστές, με ατέλειωτη ρευστότητα, έμπαιναν στην αγορά και αγόραζαν ότι να 'ναι. Μέσα σ' αυτά η αγορά του Τύπου έμοιαζε να ενδιαφέρει κάποιους έντονα και τότε ήταν και η τελευταία για τους παλιότερους εκδότες να ξεφύγουν από τη θηλιά που είχε αρχίσει να σφίγγει. Ελάχιστοι εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία. Οι περισσότεροι δεν ήθελαν να αποχωριστούν τα «βασίλειά» τους. Ο Πέτρος Κωστόπουλος είχε κι αυτός την δική του ευκαιρία, αλλά την αρνήθηκε. Στο ίδιο διάστημα η επιχείρησή του είχε αρχίσει να μπαίνει για τα καλά στο κόκκινο. Και τότε μέσα σ' όλα αυτά ήρθε και η κρίση, το Μνημόνιο και όσα ακολούθησαν. Για την πραγματική οικονομία η κρίση δεν ήταν το κερασάκι πάνω στην τούρτα, αλλά η τούρτα πάνω στο κερασάκι. Στη Μέσα Ενημέρωσης η κρίση έπεσε με σφοδρότητα ανεμοστρόβιλου. Για να επιζήσεις πια χρειαζόσουν άλλα πράγματα. Δεν ήταν ούτε ζήτημα εκδοτικών ικανοτήτων, αλλαγών στην ύλη, ή ότι άλλο θα μπορούσε να κάνει κανείς σε μια περίοδο κανονικής κρίσης. Όταν τα διαφημιστικά και άλλα έσοδα μειώνονται μονομιάς κατά 60%, ούτε οι μειώσεις προσωπικού και αποδοχών σε σώζουν, ούτε τίποτα άλλο. Για να επιζήσεις πια έπρεπε να διαθέτεις κάπου μια μηχανή που να κόβει χρήμα. Και μάλλον φαίνεται πως κάποιοι διαθέτουν παραλλαγές τέτοιων μηχανημάτων, αλλιώς δεν εξηγείται το πώς επιζούν ακόμη. Παρ' όλο που έχουμε κάποια χρόνια να μιλήσουμε, από τότε που κάποιο πρωί είχαμε συναντηθεί στο σπίτι του στη Φιλοθέη, μπορώ να περιγράψω αυτά που πρέπει να έζησε ο Πέτρος Κωστόπουλος, από τότε που άρχισε η κρίση μέχρι το τέλος. Όταν έχεις ζήσει πολλά χρόνια μέσα στην επιτυχία και ιδίως όταν η επιχειρηματική σου ζωή, μοιάζει με μια σειρά από κερδισμένες μάχες, τότε κατ' αρχάς σου γεννιέται όχι η εντύπωση, αλλά η πεποίθηση πως είσαι αήττητος. Ότι τίποτα και κανείς δεν μπορεί να σε ρίξει κάτω. Ο κίνδυνος εμφανίζεται, αλλά μέσα σου είσαι σίγουρος, ότι άντε το πολύ το στράτευμα να υποστεί κάποιες απώλειες, αλλά και αυτή η μάχη, αλλά κυρίως ο πόλεμος θα κερδηθεί. Ο κίνδυνος μπορεί να πλησιάζει, αλλά έχεις ακόμη πολλά βέλη στη φαρέτρα. Και κυρίως, είσαι σίγουρος ότι αποκλείεται να χάσεις. Η ήττα είναι για τους άλλους όχι για σένα. Σχεδιάζεις λοιπόν τις κινήσεις σου και αρχίζεις τους ελιγμούς σου. Η μάχη έχει αρχίσει. Και ξαφνικά κάποιος ελιγμός που σε είχε βγάλει από τα ζόρικα τόσες φορές, αυτή τη φορά δεν αποδίδει. Κάνεις και τον άλλο ελιγμό, αλλά ούτε κι αυτός πιάνει. Και τρως την πρώτη λαβωματιά. Και το πρώτο αίμα αρχίζει να στάζει. Δεν πειράζει λες, μια πληγή είναι, θα κλείσει και μετά θα αντεπιτεθώ από την άλλη μεριά και στο κάτω κάτω υπάρχουν ακόμη τόσες πόρτες ανοιχτές για μένα, θα χτυπήσω την πρώτη θα μπω και όλα θα είναι όπως πριν κι ακόμη καλύτερα. Ξεχνάς κάτι όμως. Το αίμα που έσταξε. Αυτό το πρώτο αίμα έχει μεγάλη σημασία. Είναι ο νόμος της ζούγκλας και της θάλασσας. Το μυρίζουν τα' αγρίμια από χιλιόμετρα μακριά, το μυρίζει κι λευκός καρχαρίας που ζει στα βαθιά και η μύτη τους γυρίζει προς τα σένα. Έχουν μυριστεί το θήραμα, αλλά είναι ακόμη μακριά. Και τότε σαν από το πουθενά έρχεται και η δεύτερη λαβωματιά και το αίμα αρχίζει τώρα να τρέχει περισσότερο. Είναι η ώρα για τις ύαινες και τα όρνια. Και οι ύαινες και τα όρνια καταλαβαίνουν με την πρώτη ματιά, ποιο θήραμα βαδίζει προς το θάνατο και ποιο όχι. Και απλώς περιμένουν. Και τότε φίλε μου γίνεται κάτι τρομακτικό. Γύρω σου στήνεται ένας αόρατος νεκρικός χορός. Που δεν αποτελείται μόνο από τους εχθρούς, από αυτούς που θέλουν να σε φάνε ζωντανό, αλλά και από τους φίλους σου. Σ' έχουν βάλει στην σέντρα, σ' έχουν τοποθετήσει στο κέντρο της αιματοβαμμένης αρένας και το πλήθος αρχίζει να μαζεύεται στις εξέδρες. Και νοιώθει ανείπωτη χαρά αυτό το πλήθος, είτε η ψυχή τους είναι καλή, είτε όχι. Νοιώθουν χαρά και αγαλλίαση, γιατί κι αυτή τη φορά, κάποιος άλλος είναι το θύμα και όχι οι ίδιοι. Γιατί έτσι είναι φτιαγμένη η ανθρώπινη φύση και αυτός ο κόσμος. Και δεν έχει σημασία αν η πτώση οφείλεται σε θανάσιμη ασθένεια ή στο ότι χάνεις το βασίλειό σου. Κι ας λένε λόγια λύπης ή παρηγοριάς, στο βάθος χαίρονται, απλώς γιατί δεν είναι και ετούτη τη φορά το θύμα, αλλά κάποιος άλλος. Και εσύ εξακολουθείς να παλεύεις και να ελπίζεις ότι θα την σώσεις και αυτήν την παρτίδα. Και εξακολουθείς να βγαίνεις με τους φίλους ή να συναντάς εκείνους που θα μπορούσαν να σε σώσουν. Αλλά δεν το κάνουν. Αρκούνται σε ευχές και στο ότι τουλάχιστον έχεις την υγειά σου. Και καταλαβαίνεις σιγά σιγά πως όλα αυτά είναι κούφια λόγια. Ίσως κάποιος σου δώσει κάποια μικρή βοήθεια, αλλά είναι σταγόνα στον ωκεανό. Δεν φτάνει, τίποτα δεν φτάνει πια. Και κάποια στιγμή έρχεται η ώρα της αλήθειας. Η στιγμή που συνειδητοποιείς, ότι το παιχνίδι είναι χαμένο οριστικά, ότι όλες οι πρώην ανοιχτές πόρτες είναι τώρα κλειστές. Και δεν υπάρχει καν ούτε έξοδος διαφυγής. Και τότε η αδρεναλίνη αρχίζει να ξεχύνεται σαν ποτάμι στο μυαλό και στο σώμα καθώς για πρώτη φορά αντικρίζει κατάματα τον θανάσιμο εχθρό. Και δεν έχεις τι να την κάνεις, γιατί πια ούτε να παλέψεις μπορείς, ούτε να τρέξεις προς την σωτηρία. Και η αδρεναλίνη παγιδευμένη στο σώμα σου χτυπάει τώρα εσένα και κάνει τα γόνατά σου να λυγίζουν και τον κόσμο που κάποτε ήταν τόσο λαμπερός τώρα έχει ένα σκούρο καφετί χρώμα. Και τώρα το μόνο που απομένει είναι μόνο κάποιος χρόνος μέχρι να γραφτούν οι τίτλοι του τέλους είτε από μόνοι τους, είτε να τους γράψεις εσύ με τον τρόπο που θα διαλέξεις. Ο Πέτρος Κωστόπουλος έγραψε μόνος του τους τίτλους του τέλους, σ' έναν «απολογισμό» της πτώσης του και σε κάποιες συνεντεύξεις που έδωσε τις επόμενες μέρες, αφηγούμενος το πώς βίωσε ο ίδιος την πτώση του και από οικονομική και από ψυχολογική άποψη, εκφράζοντας και την πικρία για όσους στράφηκαν εναντίον του και τις ευχαριστίες για την γυναίκα του που στάθηκε δίπλα του σ' αυτή τη δύσκολη περίοδο. Απαντάει και σ' εκείνους που του καταλογίζουν σχέσεις διαπλοκής και ότι έχει καταθέσεις στο εξωτερικό προκαλώντας τους να ψάξουν τους λογαριασμούς του. Λέει ακόμη ότι αισθάνεται περήφανος που χρειάστηκε να εκποιήσει όλη την περιουσία του, σπίτια και καταθέσεις, για να μπορέσει να εξοφλήσει, όσο μέρος των χρεών του μπόρεσε και ότι από δω και πέρα θα κάνει ότι μπορεί για να μπορέσει κάποια στιγμή να επιστρέψει.. Σε διάφορα μπλογκς διάβασα διάφορα σχόλια, όχι και τόσο επαινετικά για τον ίδιο και φαίνεται ότι πολλοί χάρηκαν για την πτώση. Αλλά όπως και να το κάνουμε, είτε συμπαθείς είτε αντιπαθείς κάποιον, η πτώση είναι μια από τις πιο σκληρές εμπειρίες της ζωής. Αν μάλιστα πρόκειται για επιχείρηση δεν είναι σκληρή μόνο για τον πρωταγωνιστή, αλλά και για τους εργαζόμενους και τις οικογένειές τους, που χάνουν τη δουλειά τους σε τέτοια εποχή κρίσης. Το μόνο που θα είχα να τον προτρέψω, μια και κάποια από τα πρόσωπα που δούλευαν γι αυτόν, κάποτε δούλευαν για μένα, είναι αν μπορεί να μην αφήσει να πέσουν στην άβυσσο, κάνα δυο άτομα, οι πιο πιστοί του συνεργάτες, που έμειναν κοντά του μέχρι το τέλος. Και τώρα τι γίνεται; Εξαρτάται. Η πτώση είναι μια σκληρή εμπειρία, αλλά μερικές φορές η περίοδος μετά την πτώση είναι ακόμη πιο σκληρή. Εξαρτάται από το τι χρέη έχουν απομείνει και σε ποιους, από τα δικαστήρια αν υπάρξουν τέτοιες εξελίξεις, μια περίοδος στην διάρκεια της οποίας, άλλοι αποφασίζουν για τη μοίρα σου. Όσο για το αν θα μπορέσει να επανέλθει, ποιος μπορεί να το ξέρει. Κάποτε κάποιος που εργαζόταν για μένα με είχε ρωτήσει, αν ξέρω ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας στη ζωή. «Η Τύχη» του είχα απαντήσει «μόνο η Τύχη». Κάνουμε πράγματα στη ζωή μας, δουλεύουμε, κάνουμε οικογένειες ή όχι και πολύ συχνά νομίζουμε ότι κρατάμε τη τύχη και τη Μοίρα μας στα χέρια μας. Αλλά αυτό δεν ισχύει. Όλοι μας, ισχυροί ή αδύναμοι δεν ήμαστε παρά καρυδότσουφλα στο μεγάλο ποτάμι της ζωής, που άλλοτε μας πετάει πάνω στο αφρό και άλλοτε μας ρίχνει πάνω στα βράχια. Δεν ορίζουμε τίποτα. Όλα γίνονται γιατί έτσι επρόκειτο να γίνουν και αυτό είναι προδιαγεγραμμένο όχι από τότε που γεννηθήκαμε, αλλά από τότε που γεννήθηκε το Σύμπαν. Και το μόνο που μπορούμε να κάνουμε, είναι να παίξουμε το ρόλο στο σενάριο που έχει γραφτεί για τη ζωή μας. Δεν είμαστε παρά μόνο Σκόνη στον Άνεμο. Dust in the Wind...»

3/30/2012

ΥΠΠΟ και Ιόλας

Hλιάνα Φωκιανάκη Mια ακόμα βιογραφία του μεγάλου συλλέκτη και γκαλερίστα που έφερε την Ελλάδα στο προσκήνιο βγαίνει με την επέτειο των γεννεθλίων του Αλέξανδρου Ιόλα που ήταν πριν λίγες ημέρες. Η ελληνική κυβέρνηση ίσως ήρθε η ώρα να ασχοληθεί με την προσωπικότητα αυτή έστω και καθυστερημένα, είκοσι χρόνια μετά. Ο Αλέξανδρος Ιόλας, κατά κόσμον Κωνσταντίνος Κουτσούδης, γιος έμπορου βαμβακιού από τη Χίο, γεννήθηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου το Μάρτιο του 1908. Νονός του γίνεται ο Κων/νος Τσαλδάρης. Μια παράσταση της Κοτοπούλη τον επηρέασε θετικά για την Ελλάδα, την οποία αποφασίζει να επισκεφτεί. Γνωρίζει τον Καβάφη, ο οποίος του δίνει τρεις συστατικές επιστολές, για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο. Με τις λιγοστές του οικονομίες και τις επιστολές στην τσέπη το σκάει από το σπίτι του και πηγαίνει στην Ελλάδα το Νοέμβριο του 1927. Ανεβαίνει συχνά στην Ακρόπολη, όπου του αρέσει να χορεύει, και εκεί τον φωτογραφίζει η Νέλλυ η ελληνίδα φωτογράφος που ζει στην Νέα Υόρκη. Ο Σικελιανός τον βοηθάει να πάει στη ρομαντική Ιταλία όπου και παραμένει για κάποιο χρονικό διάστημα. Είναι η αρχή της εποχής του Μουσολίνι. Επόμενος σταθμός το κοσμικό και σικ Βερολίνο, όπου αρχίζει περισσότερο να ασχολείται με το χορό. Μετά από οντισιόν γίνεται κορυφαίος χορευτής στην όπερα του Σάλτσμπουργκ στο έργο Ορφέας και Ευρυδίκη. Επιστρέφει στο Βερολίνο και φοιτά στη σχολή χορού του ρώσου Γκσόβκσι. Το 1933, παραμονές Χριστουγέννων, φτάνει στο Παρίσι και γράφεται στη σχολή χορού της Εγκόροβα, όπου σπουδάζει με υποτροφία. Αγοράζει τον πρώτο του πίνακα από τον ίδιο τον Ντε Κίρικο, ο οποίος διατηρούσε την γκαλερί «4 δρόμοι». Το 1935 φτάνει στη Νέα Υόρκη μετά από πρόσκληση της Φλώρας Μέγιερ και παίρνει αμερικάνικο διαβατήριο. Απο κει και έπειτα η καριέρα του απογειώνεται με γκαλερί σε όλο τον κόσμο, με στενές φιλίες με τους πιο σημαντικούς ανθρώπους του κόσμου της τέχνης όπως ο Andy Warhol κ.α.. Μέχρι που αποφασίζει να γυρίσει στην Ελλάδα που τόσο αγαπά.. Αυτή είναι εν ολίγοις η ζωή του Αλέξανδρου Ιόλα, ο οποίος ήθελε να δωρίσει την αμύθητης αξίας συλλογή του με έργα τέχνης στο ελληνικό Δημόσιο και αυτό αρνήθηκε! Φυσικά τα έργα αυτά σήμερα θα στοίχιζαν δισεκατομμύρια ευρώ. Ένα απο αυτά να πουλούσαμε σήμερα μπορεί και να ξεχρεώναμε! Με τον θάνατο του Ιόλα, η βίλα του στην Αγία Παρασκευή ρημάχτηκε απο κλέφτες και έργα που κανονικά (αν δεχόταν το ελληνικό κράτος) έπρεπε να ήταν σε ελληνικά μουσεία, αλλά τα οποία τώρα τα χαίρονται ιδιωτικές συλλογές. Το χυδαίο είναι βέβαια οτι το ελληνικό κράτος δεν έκανε όλα αυτά τα χρόνια απολύτως τίποτα να προστατέψει το οίκημα, ούτε αργότερα να κινήσει νομικές διαδικασίες για να βρει τα έργα αυτά. Σαν φάντασμα στέκει πια το κάποτε χλιδάτο σπίτι αυτής της διεθνούς προσωπικότητας η οποία λασπολογήθηκε απο τον τότε Τύπο, πληγώθηκε με λίβελλους και κυνηγήθηκε απλά γιατί ήταν ομοφυλόφιλος. Μια βόλτα μέχρι την βίλα του Ιόλα (που ο συλλέκτης την ονειρευόταν δημόσιο μουσείο σύγχρονης τέχνης μετά το θανατο του) φτάνει για να πάθει κανείς κατάθλιψη. Μέχρι και αγάλαματα που βρισκόταν στους κήπους της βίλας μεταφέρθηκαν απο κλέφτες με γερανούς μερα μεσημέρι !! Τέτοια είναι η κοντόφθαλμη αντιμετώπιση των Ελλήνων κάποιες φορές, που δεν έβλεπαν την τύχη του να είναι αυτός ο σπουδαίος άνθρωπος Έλληνας, δεν έβλεπαν όλα αυτά που ήθελε απλόχερα να προσφέρει, χωρίς να έχει λάβει τίποτα ποτέ απο το ελληνικό δημόσιο. Ο κύριος Γερουλάνος ίσως θα έπρεπε να ξεκινήσει να "αναστηλώνει" τον ελληνικό σύγχρονο πολιτισμό, διορθώνοντας τα λάθη του παρελθόντος, προστατεύοντας και σώζοντας έστω και τις μνήμες τέτοιων ανθρώπων... και όχι συστήνοντας "επιτροπές προώθησης σύγχρονου πολιτισμού" που θα γεμίσουν ακόμα μια φορά με υμέτερους (γιατί πολύ ενδιαφέρον θα ήταν να δούμε τα αντικειμενικά προσόντα των ανθρώπων που θα απαρτίσουν την εν λόγω επιτροπή. Αραγε θα γίνει η επιλογή τους με διαφανείς διαδικασίες; Αμφιβάλλω... ).

3/28/2012

28.3.2012 Αλέξανδρος Ιόλας: Το εξέχον θήραμα του αυριανισμού Η έκδοση της βιογραφίας του Αλέξανδρου Ιόλα από την Οδό Πανός δίνει την αφορμή στον Χρήστο Παρίδη να αφηγηθεί τις σημαντικότερες στιγμές μιας αμφιλεγόμενης και συνάμα επιδραστικής προσωπικότητας. ΑΠΟ ΤΟΝ ΧΡΗΣΤΟ ΠΑΡΙΔΗ Για χρόνια δεν περνούσε μέρα που η "Αυριανή" να μην ασχολείται μαζί του. Αυτό γινόταν εν μέρει για να πληγεί ο φίλος του Κωνσταντίνος Καραμανλής- εξού και οι επίσης χυδαιότατες επιθέσεις εναντίον της "συκιάς Χατζιδάκι". Έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από τον θάνατο του Αλέξανδρου Ιόλα, ενός ανθρώπου που πέρασε από την ελληνική δημόσια ζωή, προκαλώντας τρομερή χλαπαταγή, απορρίφθηκε από την κυρίαρχη λογική, μυθοποιήθηκε από κάποιους, λαβώθηκε ανεπανόρθωτα από τον Τύπο, αγνοήθηκε από την πολιτεία κι έφυγε βαθιά απογοητευμένος από τους συμπατριώτες του. Μια σημαντική προσωπικότητα της διεθνούς εικαστικής σκηνής που επηρέασε και εν μέρει καθόρισε τη σύγχρονη τέχνη και που οφείλαμε να του αποδώσουμε ανάλογες τιμές. Αντ’ αυτού, πολεμήθηκε λυσσαλέα. Αλεξανδρινός, άφησε στα δεκαοκτώ του, το 1926, την οικογένειά του, παίρνοντας μαζί του δέκα χρυσές λύρες, τρεις συστατικές επιστολές του Κωνσταντίνου Καβάφη (για τον Παλαμά, τον Σικελιανό και τον Μητρόπουλο), μια υπέρμετρη φιλοδοξία και όνειρα μεγαλείου. Τι ήθελε να γίνει δεν ήξερε πραγματικά: πιανίστας ίσως ή χορευτής. Η δεσποτική του γιαγιά τού είχε πει: «Πήγαινε στη Γερμανία ή τη Γαλλία, ποτέ στην Ελλάδα». Το ένστικτό της για την πατρίδα θα επαληθευόταν οικτρά μισό αιώνα αργότερα. Όμως, ο Κωνσταντίνος Κουτσούδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, ήθελε ν’ αποδράσει και ν’ ανοίξει τα φτερά του για να πετάξει όσο πιο μακριά γινόταν. Οι απόπειρες του πατέρα του να τον φέρει πίσω και να γίνει βαμβακέμπορος δεν καρποφόρησαν. Η ζωή στην Αθήνα είχε μια γοητευτική ελευθερία. Άλλωστε ανήκε ήδη, ως προστατευόμενος, σε έναν κύκλο ξεχωριστό. Συναναστρεφόταν την Κοτοπούλη, ο Σικελιανός τον προετοίμαζε για τις Δελφικές Γιορτές και η Νέλλη Σεραϊδάρη τον φωτογράφιζε να χορεύει στον Παρθενώνα. Αλλά σύντομα θ’ αποδρούσε ακόμα πιο μακριά. Έτσι βρέθηκε, εν έτει 1929, στο Βερολίνο, αυτήν τη φορά με μια επιστολή του Δημήτρη Μητρόπουλου προς τον σκηνογράφο της όπερας Πάνο Αραβαντινό. Εκπάγλου καλλονής, πανέξυπνος, ταλαντούχος, κοσμοπολίτης, δεν χρειάστηκε πολύ για ν’ αναδειχτεί. Θριάμβευσε σχεδόν από την πρώτη στιγμή ως πρώτος χορευτής, απολαμβάνοντας συγχρόνως όλη εκείνη την τρέλα και την ελευθεριότητα του Μεσοπολέμου. Η άνοδος του ναζισμού τον ανάγκασε σε νέο φευγιό για το Παρίσι, το οποίο θεωρούνταν διεθνές κέντρο του χορού. Εκεί συνδέθηκε με τον Πωλ Βαλερύ, ο οποίος τον επηρέασε καθοριστικά στον τρόπο σκέψης του, αλλά και με τον Αντρέ Μπρετόν, τον θεωρητικό του σουρεαλισμού. Αναπόφευκτα ήρθε σε επαφή με την τέχνη και τον μοντερνισμό. Μια μέρα του 1936, περνώντας έξω από μια γκαλερί, έμεινε ενεός μπροστά σε έναν πίνακα του Ντε Κίρικο. Μπήκε μέσα, τον καπάρωσε και χρειάστηκαν πέντε χρόνια για να τον ξεπληρώσει. Μαζί κέρδισε και τη φιλία του ελληνοτραφούς Ιταλού ζωγράφου, με τον οποίο εντρύφησε στον κόσμο του πνεύματος. Έτσι, άρχισε να γνωρίζει τους πάντες. Τον Ραούλ Ντιφί, που του έκανε το πορτρέτο, τον Κοκτώ, τον Πικάσο, τον Μπρακ, τον Μαν Ρέι και τον Μαξ Ερνστ. Το 1940 συνδέθηκε με τη Θεοδώρα Ρούσβελτ, εγγονή του Αμερικανού Προέδρου, η οποία τον «βάφτισε» Αλέξανδρο Ιόλα. Έστησαν ένα μπαλέτο κι έφυγαν για περιοδεία στη Βραζιλία. Έμειναν μαζί μέχρι το 1943 και λίγο μετά αποφάσισε να εγκαταλείψει τον χορό. Με τη βοήθεια της φίλης του δούκισσας Μαρία ντε Γκραμόν άνοιξε το 1946 την πρώτη του γκαλερί στη Νέα Υόρκη, όπου παρουσίασε ατομικές εκθέσεις του Ρενέ Μαγκρίτ και του Μαξ Ερνστ, με τον οποίο τον συνέδεε μεγάλη φιλία και αλληλοεκτίμηση. Το 1952 «ανακάλυψε» τον Άντι Γουόρχολ, κάνοντάς του την πρώτη έκθεση, μια σειρά εικονογραφήσεων διηγημάτων του Τρούμαν Καπότε. Από εκεί και μετά η πορεία ήταν μόνο ανοδική και θριαμβική. Άνοιγε τη μία γκαλερί μετά την άλλη, ξεκινώντας με τη Γενεύη το 1963. Ακολούθησαν Παρίσι, Λονδίνο, Μιλάνο, Μαδρίτη, Βυρηττός. Ζει μυθιστορηματικά, ασκώντας τεράστια επιρροή στη σύγχρονη τέχνη. Ο ζωγράφος Γιώργος Λαζόγκας εξηγεί: «Τη δεκαετία του ’60 δημιουργείται μια γέφυρα μεταξύ Ευρώπης και ΗΠΑ και ο Ιόλας σ’ αυτό το άνοιγμα πρωταγωνίστησε σε παγκόσμια κλίμακα». Όλα αυτά τα χρόνια δεν ξέχασε ποτέ ούτε την οικογένειά του ούτε την Ελλάδα. Κάθε καλοκαίρι το περνούσε εδώ. Γύρω στο 1950, τον καιρό που συνεργαζόταν και προσπαθούσε να επιβάλλει τον Τσαρούχη στο εξωτερικό, γνωρίστηκε με τον Πικιώνη και του ανέθεσε να του κτίσει ένα σπίτι σε μια τοποθεσία που είχε εντοπίσει ανάμεσα σε αμπελώνες στην Αγία Παρασκευή. Στην αρχή δεν ήταν παρά μια κάμαρα κι ένας χώρος για να στεγάσει κάποια έργα που έφερε μαζί του. Σταδιακά, το σπίτι μεγάλωνε για να μπορέσει να χωρέσει ολόκληρη τη συλλογή. Για κάθε νέα άφιξη ορθωνόταν κι ένα νέο τμήμα, μέχρις ότου αναδύθηκε ένα ανάκτορο που στέγαζε μια εκπληκτική συλλογή, που όμοιά της δεν υπήρχε στην Ελλάδα. Ένα μοναδικό πάντρεμα αρχαίων ελληνικών, κυκλαδικών, βαβυλωνιακών αντικειμένων, ρωμαϊκών κολονών, βυζαντινών εικόνωνκαι έργα των ιδιοφυέστερων καλλιτεχνών του 20ού αιώνα. Συχνά φιλοξενούσε ινκόγκνιτο σημαντικές προσωπικότητες, ενώ ήταν σαφές ότι εκεί σκόπευε να εγκατασταθεί στα γεράματά του. Απέναντι από το δικό του έκτισε και σπίτια για τις δυο αδελφές του, τη Νίκη και την Ηρώ - με την πρώτη είχε παθολογική σχέση. Αρχές του ’70 ξεκίνησε συνεργασία με τη γκαλερί Ζουμπουλάκη. Στην ελληνική κοινωνία ήταν γνωστός σ’ έναν μικρό κύκλο καλλιτεχνών κυρίως. Είχε προβάλει ήδη διεθνώς τη δουλειά του Τσόκλη, του Παύλου, του Ακριθάκη, του Χατζηκυριάκου-Γκίκα και του γλύπτη που θεωρούσε τον σημαντικότερο της εποχής του, τον Τάκι. Ήξερε πολύ καλά τη Μελίνα και τον Κακογιάννη, είχε βοηθήσει στη χρηματοδότηση της Στέλλας και ήταν στενός φίλος του Ταχτσή. Δεν έκρυβε καθόλου ότι ήταν ομοφυλόφιλος -το αντίθετο, μάλιστα- και διατεινόταν ότι οι Έλληνες ήταν οι καλύτεροι εραστές του κόσμου! Με μερικούς συνδέθηκε ιδιαιτέρως, παίρνοντάς τους μαζί του στα ταξίδια του στις μεγάλες μητροπόλεις και στα μεγάλα πάρτι της διεθνούς αριστοκρατίας. Η ελληνική κοινωνία, συντηρητική κι εσωστρεφής, δεν γνώριζε την ύπαρξή του και σε όσους είχαν ακούσει κάτι όλα αυτά φάνταζαν εξωφρενικά κι εξωτικά. Άρχισε να γίνεται γνωστός όταν ο Ζάχος Χατζηφωτίου άρχισε να προβάλλει στον «Ταχυδρόμο», στις περίφημες σελίδες του Ίακχου, τα πάρτι του. Από τον πρώτο κιόλας καιρό έγινε απίστευτο σούσουρο. Η χλιδή που έβγαινε προς τα έξω ήταν κάτι πρωτόγνωρο. Οι εμφανίσεις του, εκκεντρικές κι εκκωφαντικές, με μανδύες χρυσοποίκιλτους, εσάρπες, γούνες, φαντεζί πουκάμισα και ακόμα πιο τρελής έμπνευσης παπούτσια, έκαναν πάταγο. Μύθοι άρχισαν να διαχέονται στην πόλη για πάρτι ανήκουστης ξετσιπωσιάς, με διασημότητες του πλούτου και του θεάματος να ζουν νύχτες ακολασίας. Το ΠΑΣΟΚ κέρδισε τις εκλογές τον Οκτώβριο του 1981 και η Μελίνα έγινε «εφ’ όρου ζωής» υπουργός Πολιτισμού. Δύο χρόνια αργότερα ο Ιόλας παραχώρησε στην Όλγα Μπακομάρου μια συνέντευξη-ποταμό για τη «Γυναίκα». Και από ‘κεί άρχισε η μεγάλη κατρακύλα. Μίλησε με την έπαρση ενός αριστοκράτη και την υπεροψία ενός ηγεμόνα, απαξιωτικά για όλους και όλα. Με πόζα σχεδόν θεατρική αποκαθήλωσε ολόκληρη την ελληνική κουλτούρα. Από τον Τσαρούχη, με τον οποίο εν τω μεταξύ είχε έρθει σε ρήξη, μέχρι τον Κουν και την ίδια τη Μελίνα. Ειρωνεύτηκε την «αλλαγή» του Ανδρέα, αλλά και απέναντι στον στενό του φίλο Κωνσταντίνο Καραμανλή, Πρόεδρο της Δημοκρατίας εκείνη την εποχή, ήταν περιπαικτικός. Ολοκλήρωσε την πολιτική του θέση, λέγοντας το αμίμητο «Η φτερού να μας κυβερνήσει»! Οι Έλληνες σοκαρίστηκαν, δεν κατάλαβαν τι εννοούσε με το «ο Παρθενώνας ήταν μια μικρή έκφραση του 5ου αιώνα και της παρακμής του, ήταν γελοίος», όπως και με άλλες παραβολές του. Το χιούμορ του και ο κοσμοσπολιτισμός του, αντί να τους διασκεδάσει, τους εξαγρίωσε. Έτσι κι αλλιώς, δεν τους πολυπήγαινε αυτή η παρδαλή περσόνα. Γι’ αυτούς δεν ήταν ούτε μαικήνας, ούτε εμπνευστής μεγάλης τέχνης. Ήταν μια «κραγμένη», κάποιος που τον τοποθετούσαν στον απόπατο του βολεμένου συστήματος αξιών τους. Και τότε εμφανίστηκε ο άνθρωπος που πυροδότησε την απόλυτη εξόντωσή του. Η τραβεστί με το ψευδώνυμο Μαρία Κάλλας, ένας άρρωστος ψυχικά άνθρωπος που, έχοντας εργαστεί δίπλα στον Ιόλα, αποφάσισε να τον εκδικηθεί, επειδή τον έδιωξε. Τον κατηγορούσε για παιδεραστία, αρχαιοκαπηλία και χρήση ναρκωτικών. Με πρώτη και καλύτερη την «Αυριανή», την εφημερίδα που εξέφραζε εκείνη την εποχή τον πιο φαύλο και φασίζοντα λαϊκισμό, ξεκίνησε ένας ανελέητος πόλεμος εναντίον του Ιόλα με τους πλέον χυδαίους χαρακτηρισμούς. Για χρόνια δεν περνούσε εβδομάδα που να μην ασχοληθεί μαζί του. Ίσως με κύριο στόχο τον Καραμανλή, καθώς ανάλογο πόλεμο είχε κηρύξει και στον άλλο του φίλο, τον Μάνο Χατζιδάκι. Την ακολούθησε σχεδόν ολόκληρος ο ελληνικός Τύπος, με τη συνδρομή δημοσιογράφων της προοδευτικής, κυρίως, παράταξης. Μερικοί τίτλοι ήταν «Ο σάπιος Ιόλας και η σαπίλα των άλλων», «Υψηλή σαπίλα: Ασέλγειες και ναρκωτικά», «Καλός κόσμος και υπόκοσμος στην αγκαλιά του Ιόλα», «Γνωστοί Αθηναίοι σε όργια του Ιόλα. Παραπέμπονται για πορνεία - παιδεραστία». Ποιοι υπέγραφαν τα ρεπορτάζ; Εκτός από τον Μάνο Χάρη, που το είχε αναγάγει σε προσωπική βεντέτα, ασχολήθηκαν, μεταξύ άλλων, και ο Αιμίλιος Λιάτσος, η Αγγελική Νικολούλη, ο Άρης Πορτοσάλτε, ο Θοδωρής Δρακάκης αλλά και ο Γιώργος Μαύρος. Ο Ιόλας, χωρίς να πολυκαταλαβαίνει, έδινε όλο και περισσότερη τροφή με όλο και πιο κραυγαλέες εμφανίσεις και δηλώσεις. Ο διασυρμός αυτός έμελλε να τον αποδιοργανώσει κι εν τέλει να τον καταστρέψει. Οι Έλληνες καλλιτέχνες σταμάτησαν να τον παίρνουν τηλέφωνο, οι κοινωνικές επαφές περιορίστηκαν, άρχισε να έχει οικονομικό πρόβλημα. Είχε επίσης χαρίσει τις γκαλερί στους εραστές του, που τις διηύθυναν. Η φίλη του Μελίνα αρνήθηκε να τον στηρίξει, αδιαφορώντας για την πρόθεσή του να κάνει δωρεά τη συλλογή του μαζί με το σπίτι του στο ελληνικό κράτος. Ένα βράδυ, βγαίνοντας από τη «Ζουμπουλάκη» στην πλατεία Κολωνακίου, κάποιοι που καθόντουσαν στη διπλανή καφετέρια άρχισαν να τον κράζουν «να τη, η γριά τσατσά». Αυτό δεν μπόρεσε να το ξεπεράσει για εβδομάδες. Όλα αυτά την ίδια εποχή, πάνω κάτω, που η γαλλική δημοκρατία τον τιμούσε με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής και η «Le Monde» κι η «Liberation» έγραφαν ύμνους γι’ αυτόν με αφορμή τη μεγάλη έκθεση της συλλογής της Ντομινίκ ντε Μενίλ, της οποίας ήταν δημιουργός. Ο ίδιος ο Ιόλας ξενάγησε στα εγκαίνια τον Μιτεράν και τον Ζακ Λανγκ. Στη Θεσσαλονίκη, μια παρέα φωτισμένων φιλότεχνων, με προεξάρχουσα τη στενή του φίλη Μάρω Λάγια, προσπαθούσαν να βρουν χώρο να στεγάσουν το Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης, όπου θα τοποθετούσαν έργα τέχνης που θα τους δώριζε ο Ιόλας. Η Μάρω Λάγια θυμάται: «Πήγαμε να βρούμε τον Καραμανλή σε μια δεξίωση και όταν του είπα “κύριε Πρόεδρε, ο Ιόλας θέλει να μας χαρίσει μια συλλογή του και δεν έχουμε χώρο”, εκείνος μου απάντησε στον ενικό “και τι θέλεις από μένα; Αν αυτός σου δώσει, κάτι εμένα να μου περάσεις χαλκά στη μύτη” κι έκανε και την κίνηση στη μύτη». Τέτοιες συμπεριφορές δεν απέτρεψαν ούτε εκείνη ούτε την Κατερίνα ή τον Πέτρο Καμάρα, τον Γιάννη Μπουτάρη, το Γιώργο Λαζόγκα και τους υπόλοιπους απ’ το να κυνηγήσουν τον στόχο τους. Τελικά, βρέθηκε ο Γιώργος Φιλίππου της Φίλκεραμ-Τζόνσον, ο οποίος τους παραχώρησε χίλια τετραγωνικά μέσα στο εργοστάσιό του κι έτσι ο Ιόλας πείστηκε να παραχωρήσει 48 έργα σημαντικών καλλιτεχνών όπως οι Τινγκελί, Νίκι ντε Σεν-Φαλ, Ρεϋνώ, Ράις, Μπράουνερ, Τάκι, Τσόκλη, Ακριθάκη και πολλοί άλλοι. Τα εγκαίνια εντάχθηκαν στα Δημήτρια του 1984 και η Κατερίνα Καμάρα θυμάται ότι «ο πασοκικός δήμαρχος Μιχάλης Παπαδόπουλος ήθελε να βγάλουμε το όνομα του Ιόλα από την πρόσκληση τη στιγμή που ανοίγαμε έκθεση με τη συλλογή που μας είχε παραχωρήσει! Τέτοιος λαϊκισμός! Τελικά, κάναμε διπλές προσκλήσεις». Στο Μακεδονικό Μουσείο σήμερα βρίσκεται το μόνο τμήμα της συλλογής Ιόλα που πρόλαβε να σωθεί στην Ελλάδα. Η Μάρω Λάγια, πάντως, λέει ότι όταν ο Ιόλας επέστρεψε από μια σοβαρή εγχείρηση καρδιάς που έκανε στην Αμερική και βρέθηκε μαζί του στην Αγία Παρασκευή, είδε τα περισσότερα δωμάτια άδεια. «Η συλλογή χάθηκε πριν από τον θάνατό του. Η αδελφή του είχε προλάβει και είχε στείλει έξω ένα μεγάλο μέρος. Βλέποντας τους άδειους χώρους, μου είπε “παιδί μου, η σύγχρονη τέχνη πάει μπροστά, θα πάρουμε καινούργια”. Αλλά ούτε εμάς μας ήθελε η Νίκη. Προσπαθούσε να αποτρέψει τη δωρεά». Με την Νίκη Στάιφελ είχε μια σχεδόν αρρωστημένη σχέση. Ενώ λάτρευαν ο ένας τον άλλον, καθημερινά βίωναν δραματικές συγκρούσεις. Κανένας δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί της, αλλά ούτε και να πει κάτι εναντίον της στον ίδιο. Η γκαλερίστα Ελισάβετ Λύρα, η οποία σχετιζόταν από παιδί, λόγω του συλλέκτη πατέρα της, με τον Ιόλα, λέει «πάντως, μην ξεχνάμε ότι η Νίκη τον βοήθησε και με τους γάμους της… Αλλά τι συζητάμε τώρα, ο Ιόλας ήταν bigger than life. Εγώ του χρωστάω τα πάντα. Αισθανόταν την τέχνη εκατό φορές περισσότερο από όλους μας. Ξέρεις πόσο σημαντικός άντρας ήταν ο Ιόλας; Όταν οργάνωσα στο Βυζαντινό Μουσείο την έκθεση “Warhol Icon”, εντόπισα μια συνέντευξη στο “Flash Art”, όταν ετοίμαζαν οι δυο τους τον “Μυστικό Δείπνο” στο Μιλάνο. Ρωτάει ο δημοσιογράφος τον Γουόρχολ “Γιατί επιλέξατε να ζωγραφίσετε τον Μυστικό Δείπνο;” και απαντάει “Γιατί ο Ιόλας μου είπε να το κάνω”. Λίγο καιρό μετά πέθαναν και οι δυο». Κατά τη Μανίτα Χατζηφωτίου, σύμβουλο έργων τέχνης, «μετά τον θάνατό του, πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, εδώ και στο εξωτερικό, έμειναν στάσιμοι, σταμάτησαν να έχουν έμπνευση. Ενώ, σ’ ό,τι έβαζε εκείνος το χέρι του, γινόταν χρυσό». Η ίδια φωτίζει μια άλλη πτυχή. «Ήθελε να βάλει ένα παιδάκι στο Κολέγιο Αθηνών με την προϋπόθεση να δεχτούν κάποια έργα δωρεά. Κάποιο μέλος του διοικητικού συμβουλίου έδωσε μάχη, ώστε να μη δεχτούν». Magnify Image Πέντε μήνες πριν από τον θάνατό του, ο Ιόλας έδωσε το παρών στον13ο τακτικό ανακριτή για την υπόθεση αρχαιοκαπηλίας. Οκτώ χοντρόδετα ντοσιέ αποδείκνυαν την προέλευση όλων των αντικειμένων. Ο ανακριτής τον διαβεβαίωσε ότι θεωρούσε την υπόθεση λήξασα και ότι το μόνο που έπρεπε να κάνει ήταν να αποκαταστήσει το όνομά του στον Τύπο. Ουσιαστικά, ήταν σαν να είχε επαναπατρίσει 2.500 αρχαία. Ο Λαζόγκας προσθέτει επ’ αυτού: «Δεν βρήκαμε καμία συμπαράσταση από κανέναν δημοσιογράφο. Ο “αυριανισμός” είχε τρομερή δύναμη. Η Ελλάδα αδυνατούσε ακόμα να αντιληφθεί τα ανοίγματα της σκέψης και της αισθητικής, έτσι ώστε η παρέμβαση του Ιόλα να αποδώσει. Ο χώρος της τέχνης, που εγώ τον τοποθετώ πριν και μετά τον Ιόλα, έχασε πολλά εξαιτίας της κακής αντιμετώπισής του. Γιατί ήταν μια πολύπλευρη φυσιογνωμία και βαθύτατος γνώστης της τέχνης, με παγκόσμια εμβέλεια». Ο Ιόλας μεταφέρθηκε στη Νέα Υόρκη ως ασθενής με AIDS. Η Νίκη διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας του. Οι γείτονες έβλεπαν τα φορτηγά να φορτώνουν μεγάλα κιβώτια. Μέσα στο σπίτι το πλιάτσικο θύμιζε εκείνο της Μαντάμ Ορτάνς στον Ζορμπά. Άνθρωποι της αυλής του και η Νίκη τραβούσαν από τα χέρια ο ένας του άλλου χαλιά, ρούχα, έπιπλα Αναφέρθηκαν διαρρήξεις. Τόσο η συλλογή όσο και η γκαρνταρόμπα του λεηλατήθηκαν. Τα αρχαία φυγαδεύονταν στο απέναντι σπίτι και κούτες έφευγαν ως οικοσκευή με προορισμό την κόρη της Σύλβια ντε Κουέβας στην Αμερική. Φυσικά, προτού τεθεί θέμα φόρου κληρονομιάς. Κάποιες κατασχέθηκαν στην αποθήκη της μεταφορικής εταιρείας. Ο βιογράφος του Σταθούλης λέει: «Θεωρώ ηθικό αυτουργό τον Φώτη Κουβέλη, ο οποίος, ως πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου, είχε οριστεί μεσεγγυούχος της περιουσίας και δεν έκανε τίποτα να την προστατεύσει». Ο Ιόλας απεβίωσε στις 8 Ιουνίου 1987. Το μεγάλο ερωτηματικό παραμένει. Τι απέγιναν τα 10.000 έργα τέχνης; Σε ποιων τα χέρια κατέληξαν; Η πολιτεία, βέβαια, είχε κάνει ό,τι μπορούσε για να χάσει τη δωρεά. Η χώρα που είχε λατρέψει και στην οποία δώριζε τη συλλογή-έργο ζωής του για να δημιουργηθεί ένα κέντρο τέχνης είχε σχεδόν εκδικητικά αρνηθεί να πραγματοποιήσει το όραμά του. Ο εικαστικός Ανδρέας Αγγελιδάκης εισέβαλε πριν από μερικά χρόνια στη ρημαγμένη έπαυλη της Αγίας Παρασκευής. «Είναι ένα σπίτι-θρύλος, που δεν έχει κανένα νόημα να το αποκαταστήσουμε. Συνδεόταν άμεσα με τη συλλογή. Χωρίς αυτήν είναι παράλογο να το επαναφέρουμε. Τι θα μπει στη θέση των λευκών βιβλίων ή εκεί όπου υπήρχαν χρυσές πόρτες; Βρήκα στο πάτωμα σκουπίδια και την προσωπική του ατζέντα. Στα υπόγεια σαπίζουν εξαιρετικοί κατάλογοι εκθέσεων. Αν είχε προλάβει να το κάνει κέντρο τέχνης, θα είχε αλλάξει όλη η ροή της ιστορίας της σύγχρονης τέχνης στην Ελλάδα». Η βιογραφία του Αλέξανδου Ιόλα από τον Νίκο Σταθούλη κυκλοφορεί από την Οδό Πανός.

«Αλέξανδρος Ιόλας- Η ζωή μου» Ιόλας: Αποκαλυπτική βιογραφία 25 χρόνια από το θάνατό του

Κι όμως ο βιογράφος του κράτησε την υπόσχεσή του: Eβγαλε την βιογραφία του εικοσιπέντε χρόνια μετά το θάνατό του. «Μου είχε επιτρέψει να γράψω μια μυθιστορηματική αφήγηση όποτε εγώ ήθελα, πράγμα που έκανα εκδίδοντας πριν από χρόνια το πρώτο βιβλίο που τον αφορούσε. Είχα δεσμευτεί όμως με γραπτό συμβόλαιο ότι οι σημαντικότερες αποκαλύψεις θα γίνουν μόνο δυόμισυ δεκαετίες μετά τον θάνατό του» αποκαλύπτει ο στενός του φίλος και βιογράφος του Νίκος Σταθούλης. Ετσι , πριν από λίγες ημέρες βγήκε ένα βιβλίο υπό τον τίτλο «Αλέξανδρος Ιόλας- Η ζωή μου» από τις εκδόσεις «Πανός» που ομολογουμένος έκανε πολύ κόσμο να χάσει τον ύπνο του καθώς αναφέρεται σε κλοπές αντικειμένων του σπιτιού του με πρωταγωνιστές πολιτικά πρόσωπα, σε δωρεές που δεν έγιναν αποδεχτές και σε μια τεράστια συλλογή απο αρχαιότητες που έφυγε στο εξωτερικό. « Ο Αλέξανδρος Ιόλας ήταν ένας παρεξηγημένος μαικήνας της τέχνης» τονίζει ο συγγραφέας. «Ηρθε η ώρα να αποκατασταθεί η αλήθεια και να μάθουν ποιος πραγματικά ήταν ο άνθρωπος αυτός που είχε την δύναμη να δημιουργεί καλλιτέχνες σταρ. Αγαπούσε την Ελλάδα αλλά τελικά αυτή τον έφαγε… Ξέρετε τι έλεγε σε εμάς τους φίλους μου; Ότι η Ελλάδα οποιονδήποτε ξεχωρίζει θέλει να τον φάει γιατί ενοχλεί…»Μαρία Λεμονιά